Στη Δυτική Αττική και στο Θριάσιο Πεδίο, η συζήτηση για τα τεχνικά επαγγέλματα αφορά άμεσα τον τόπο μας. Αφορά τη λειτουργία των μικρών και μεγάλων βιομηχανιών, των βιοτεχνιών, των συνεργείων και των τεχνικών επιχειρήσεων. Αφορά τις υποδομές μας, τις κατοικίες μας και τις δυνατότητες των νέων ανθρώπων να εργαστούν και να δημιουργήσουν εδώ όπου μεγαλώνουν.

Σε μια περιοχή με τόσο έντονη παραγωγική δραστηριότητα, χρειάζεται να θέσουμε ένα ουσιαστικό ερώτημα: ποιοι θα είναι οι άνθρωποι που θα εγκαθιστούν, θα συντηρούν, θα επισκευάζουν και θα εξελίσσουν όσα στηρίζουν την τοπική μας οικονομία τα επόμενα χρόνια;

Για πολλά χρόνια, ως κοινωνία, συνδέσαμε σχεδόν αποκλειστικά την επιτυχία με την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο. Στο σχολείο, στην οικογένεια, στον δημόσιο λόγο, η τεχνική εκπαίδευση συχνά παρουσιάστηκε ως μια υποδεέστερη διαδρομή. Μια επιλογή για εκείνον που «δεν τα κατάφερε» κάπου αλλού. Αυτή η αντίληψη αδικεί ανθρώπους, επαγγέλματα και δυνατότητες. Υποτιμά τη γνώση που απαιτεί μια ηλεκτρολογική εγκατάσταση, την ακρίβεια μιας μηχανουργικής εργασίας, την ευθύνη της συντήρησης ενός βιομηχανικού μηχανήματος. Παραβλέπει ότι ένας ηλεκτρολόγος, ένας υδραυλικός, ένας ψυκτικός, ένας συγκολλητής, ένας ξυλουργός ή ένας τεχνικός αυτοματισμών χρειάζεται εκπαίδευση, κρίση, επιδεξιότητα και διαρκή ενημέρωση.

Η τεχνική εργασία έχει γνώση, ευθύνη και δημιουργικότητα και αξίζει την αντίστοιχη κοινωνική αναγνώριση

Την ίδια στιγμή, επαγγελματίες αναζητούν βοηθούς και επιχειρήσεις δυσκολεύονται να στελεχώσουν τεχνικές θέσεις. Υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να μεταδώσουν την τέχνη τους, αλλά δυσκολεύονται να βρουν τη νέα γενιά που θα τη συνεχίσει. Πίσω από αυτή τη δυσκολία βρίσκεται ένα ευρύτερο ζήτημα: η σύνδεση της εκπαίδευσης με την παραγωγή και η δυνατότητα της οικονομίας μας να διαθέτει το ανθρώπινο δυναμικό που χρειάζεται.

Κάθε φορά που ένας έμπειρος τεχνίτης αποχωρεί χωρίς να έχει μεταδώσει τη γνώση του, κινδυνεύει να χαθεί πολύτιμη τεχνογνωσία. Κάθε επιχείρηση που αδυνατεί να καλύψει κρίσιμες τεχνικές ανάγκες συναντά εμπόδια στη λειτουργία και στην ανάπτυξή της. Και κάθε νέος που αγνοεί τις δυνατότητες αυτών των επαγγελμάτων στερείται μια επιλογή που θα μπορούσε να ταιριάζει στις ικανότητες και στις επιθυμίες του. Χρειάζεται, λοιπόν, να διευρύνουμε ουσιαστικά τις επιλογές των παιδιών μας. Να μπορούν να γνωρίσουν διαφορετικές εκπαιδευτικές και επαγγελματικές διαδρομές, να τις αξιολογήσουν ισότιμα και να επιλέξουν συνειδητά.

Εδώ ο Σχολικός Επαγγελματικός Προσανατολισμός έχει καθοριστική σημασία. Οφείλει να παρουσιάζει τις τεχνικές ειδικότητες με σαφήνεια: τι γνώσεις απαιτούν, πώς αποκτώνται τα επαγγελματικά προσόντα, ποιες είναι οι συνθήκες εργασίας, ποιες δυνατότητες εξέλιξης υπάρχουν. Να ενημερώνει με ειλικρίνεια για τις απαιτήσεις κάθε επαγγέλματος, αλλά και για τις προοπτικές του.

Αυτή η ενημέρωση χρειάζεται να αποκτήσει βιωματικό χαρακτήρα. Με οργανωμένες επισκέψεις σε επιχειρήσεις και εργαστήρια, με συναντήσεις μαθητών και επαγγελματιών, με παρουσίαση πραγματικών διαδρομών ανθρώπων που ξεκίνησαν ως μαθητευόμενοι και εξελίχθηκαν σε εξειδικευμένους τεχνικούς ή δημιούργησαν τη δική τους επιχείρηση.

Ένας μαθητής που βλέπει από κοντά ένα σύγχρονο εργαστήριο, μια εγκατάσταση αυτοματισμού ή τη διαδικασία συντήρησης ενός μηχανήματος μπορεί να ανακαλύψει ενδιαφέροντα και ικανότητες που μέχρι τότε δεν γνώριζε ότι έχει. Το σχολείο πρέπει να του δίνει αυτή την ευκαιρία. Για τη Δυτική Αττική, αυτή η συζήτηση μπορεί να μετατραπεί σε συγκεκριμένη αναπτυξιακή διεκδίκηση.

Το Θριάσιο Πεδίο μπορεί να αποκτήσει ισχυρότερο ρόλο στην τεχνική εκπαίδευση και στην επαγγελματική κατάρτιση, αξιοποιώντας την παραγωγική δραστηριότητα και την εμπειρία των ανθρώπων του.

Χρειάζεται ένα οργανωμένο σχέδιο που θα συνδέει τις εκπαιδευτικές δομές με τις επιχειρήσεις της περιοχής. Πρώτο βήμα είναι η συστηματική καταγραφή των αναγκών: ποιες ειδικότητες αναζητούν οι επιχειρήσεις, ποιες δεξιότητες χρειάζονται αναβάθμιση, ποια επαγγέλματα αντιμετωπίζουν δυσκολίες ανανέωσης του προσωπικού τους.

Πάνω σε αυτή τη γνώση μπορούμε να διεκδικήσουμε ενίσχυση των υφιστάμενων δομών τεχνικής εκπαίδευσης, σύγχρονα εργαστήρια και νέες ειδικότητες όπου τεκμηριώνεται ανάγκη.

Να υποστηρίξουμε προγράμματα μαθητείας με ουσιαστικό εκπαιδευτικό περιεχόμενο.

Να δημιουργήσουμε σταθερές συνεργασίες ανάμεσα στους αρμόδιους εκπαιδευτικούς φορείς, την Αυτοδιοίκηση, τα επιμελητήρια, τις επιχειρήσεις και τους εκπροσώπους των εργαζομένων.

Οι ειδικότητες πρέπει να ανταποκρίνονται τόσο στις σημερινές ανάγκες όσο και στις αλλαγές της παραγωγής: βιομηχανική συντήρηση, ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις, αυτοματισμοί, μηχανολογικές εφαρμογές, ψύξη και θέρμανση, ενεργειακή αναβάθμιση. Με εκπαίδευση που προσφέρει στέρεες βάσεις και επιτρέπει στον εργαζόμενο να προσαρμόζεται, να συνεχίζει να μαθαίνει και να εξελίσσεται.

Ιδιαίτερη μέριμνα χρειάζεται και για την πρόσβαση. Η μετακίνηση προς τη σχολή ή τον χώρο μαθητείας, το κόστος του εξοπλισμού και η δυνατότητα συνδυασμού εκπαίδευσης και βιοπορισμού μπορούν να καθορίσουν αν ένας νέος θα ολοκληρώσει τη διαδρομή του. Η αναβάθμιση της τεχνικής εκπαίδευσης πρέπει να αντιμετωπίζει και αυτά τα πρακτικά εμπόδια.

Όμως υπάρχει μια προϋπόθεση που οφείλουμε να θέσουμε καθαρά: το κύρος ενός επαγγέλματος χτίζεται και μέσα στις συνθήκες άσκησής του.

Αν θέλουμε οι νέοι να επιλέξουν την τεχνική εργασία, πρέπει να στηρίξουμε αξιοπρεπείς αμοιβές, ασφάλιση, προστασία της υγείας και της ασφάλειας, σωστή καθοδήγηση και πραγματικές δυνατότητες εξέλιξης. Η μαθητεία χρειάζεται χρόνο, πρόγραμμα και ανθρώπους που αναλαμβάνουν ουσιαστικά την εκπαίδευση του νέου. Χρειάζεται σεβασμό στην εργασία του και αναγνώριση της προσπάθειάς του.

Η ζήτηση από μόνη της δεν αρκεί για να κάνει ένα επάγγελμα ελκυστικό. Ο νέος άνθρωπος πρέπει να μπορεί να δει μια διαδρομή στην οποία αξίζει να επενδύσει τη ζωή του.

Για τη Δυτική Αττική, το όφελος μιας τέτοιας προσπάθειας μπορεί να είναι πολλαπλό. Οι επιχειρήσεις θα έχουν καλύτερες δυνατότητες στελέχωσης. Οι εργαζόμενοι θα αποκτούν δεξιότητες και περισσότερες επιλογές. Οι νέοι θα μπορούν να αναζητούν επαγγελματική προοπτική στον τόπο τους. Και η παραγωγική δραστηριότητα της περιοχής θα συνδέεται πιο ουσιαστικά με την ευημερία των κατοίκων της.

Αυτό πρέπει να είναι και το περιεχόμενο της ανάπτυξης για τον τόπο μας: επένδυση στους ανθρώπους, στη γνώση τους, στην εργασία τους και στις δυνατότητές τους να προχωρήσουν.

Η Δυτική Αττική δικαιούται να διεκδικήσει αυτή την προοπτική με σχέδιο και επιμονή. Να αξιοποιήσει την εμπειρία των τεχνιτών της, να στηρίξει τις εκπαιδευτικές της δομές και να ανοίξει δρόμους για την επόμενη γενιά.

Ο νέος που λέει «θέλω να γίνω τεχνίτης» πρέπει να συναντά ενθάρρυνση, ποιοτική εκπαίδευση και μια δίκαιη ευκαιρία. Γιατί το παραγωγικό μέλλον του τόπου μας περνά και από τα δικά του χέρια.

 Σημείωση: Το άρθρο είναι αφιερωμένο σε δύο ανθρώπους. Ο πρώτος είναι ένας πολύ καλός φίλος που «έφυγε νωρίς», ο αείμνηστος Ανδριανός Μιχάλαρος, που υποστήριξε όσο κανένας άλλος την αναγκαιότητα του τεχνικού επαγγέλματος. Ο δεύτερος είναι ο Βαγγέλης Λίγγος, που ως Πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Ελευσίνας – Δυτικής Αττικής, κατέβαλλε μεγάλη προσπάθεια για ειδικότητες τεχνικών επαγγελμάτων.

Αντώνης Γ. Υψηλάντης

Πολιτευτής Β’ Δυτικής ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής

Αν. Γραμματέας Ν.Ε.Ε.Α. Δυτικής Αττικής