Θα ήθελα να εκφράσω τις θερμές ευχαριστίες μου προς του ιερείς του Μητροπολιτικού μας Ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου για την εμπιστοσύνη που έδειξαν στο πρόσωπό μου να αναδείξω κάποια εκ των ιστορικών στοιχείων της σύγχρονης ιστορίας της πόλεώς μας.
Μέσα απ’ αυτό το αφιέρωμα της 85ης επετείου της 28ης Οκτωβρίου ενάρξεως του Β΄ παγκοσμίου πολέμου στην Ελλάδα, αλλά και της 4χρονης κατοχής, θα αποκαλυφθούν περιστατικά για το τί και πόσα προσέφεραν οι ιερείς και γενικότερα η εκκλησία των Μεγάρων στα δύσκολα εκείνα χρόνια της υποδουλώσεως, μέσα σε αντίξοες συνθήκες. Πώς διατήρησαν το ηθικό των συμπολιτών τους ακμαίο, πώς αντιστάθηκαν στον κατακτητή, πώς έσωσαν από την μάστιγα της πείνας χιλιάδες Μεγαρείς κάθε ηλικίας, αλλά και πώς έσωσαν αθώους ανθρώπους από τις φυλακίσεις, ακόμη από το εκτελεστικό απόσπασμα και την σωτηρία της πόλεως από ένα ολοκαύτωμα.
Τα στοιχεία που θα παρατεθούν προέρχονται από γραπτές μαρτυρίες , τις οποίες μας παρέδωσαν ο συμπολίτης μας τότε καθηγητής Ιωάννης Οικονομόπουλος και ο διευθυντής της Ιονικής Τράπεζας Μεγάρων Κοσμάς Παπαδόπουλος, καθώς και από τα απομνημονεύματα Βρετανών και Νεοζηλανδών αξιωματικών. Σημαντικά είναι τα στοιχεία που διασώθηκαν και βρίσκονται στα Αρχεία του Ελληνικού Στρατού.
Τον Απρίλιο του 1941 τα πολεμικά μέτωπα κατέρρευσαν. Ο στρατός μας και οι Βρετανοί σύμμαχοι οπισθοχωρούν μαχόμενοι. Την 25η Απριλίου 1941 αναχωρούν από τον κόλπο των Μεγάρων με 11 πλοία 3.500 Βρετανοί και Νεοζηλανδοί στρατιώτες. Όσοι εξ αυτών δεν μπόρεσαν να διαφύγουν, προχώρησαν προς τον Ισθμό της Κορίνθου που, όμως, εκείνη την ημέρα κατελήφθη από Γερμανούς κι έτσι κάποιοι επέστρεψαν στα Μέγαρα. Κατά την επιστροφή τους ένα αυτοκίνητο με δύο στρατιώτες Βρετανούς χτυπήθηκε από αέρος κι έπεσε στην γέφυρα του ρέματος Σάκου Λάκκα, με αποτέλεσμα τον θάνατό τους. Πληροφορούμενος ο ιερέας παπά-Νικόλαος Μπέης το συμβάν μεταβαίνει στο σημείο με τον Γεώργιο Σαμούρη, όπου τους έθαψαν πρόχειρα, τοποθετώντας στο μνήμα έναν ξύλινο σταυρό και επάνω του και ένα κράνος.
Άλλοι Βρετανοί ερχόμενοι στην πόλη αιχμαλωτίστηκαν και κλείστηκαν σε φυλακή. Ένας εξ αυτών με αρχικά J.K.G., μετά από κάποια χρόνια, όταν ελευθερώθηκε από την αιχμαλωσία έγραψε στην εφημερίδα της Ουαλίας Γουέστερν Μέιλ την 18η Οκτωβρίου 1945: «Είχαμε αιχμαλωτισθεί, μας πήραν από το αεροδρόμιο των Μεγάρων και μας έβαλαν σε ένα παλαιό σχολείο (ήταν το σχολείο του Τσάκωνα). Δεν μπορώ να μην αναφέρω πόσο μας βοήθησαν οι Έλληνες (Μεγαρείς). Ακόμη κι όταν τους έδιωχναν οι Γερμανοί, αυτοί μας έφερναν τροφή και μας έσωσαν από την λιμοκτονία. Για τον λόγο αυτό έβαλαν στη φυλακή μια αγαπητή γηραιά κυρία. Έχω την εικόνα της στη μνήμη μου, καθώς αυτή μπαίνοντας μέσα τρέκλιζε, κρατώντας ένα καρβέλι ψωμί. Έχω επίσης μία ζωηρή εικόνα εμπρός στα μάτια μου, όταν ένας άλλος που μπήκε στη φυλακή για τον ίδιο λόγο, ήταν ένας ιερέας με μακριά γένια». Αναρωτόμαστε λοιπόν. Τί θάρρος, ποία συμπόνια για τον συνάνθρωπο!!. Ποία άραγε ήταν η γηραιά κυρία και ποίος ο ιερέας;
Από την έναρξη της κατοχής υπήρχε διάταξη να παύσουν να κρούουν οι κώδωνες των εκκλησιών. Πλην όμως, πλησίαζε η 26η Ιουλίου ημέρα εορτής της Αγίας Παρασκευής εις τον ομώνυμο ναό. Ο πάντοτε δραστήριος και αποφασιστικότατος παπά-Νικόλαος Μπέης επισκέπτεται τον Ιταλό Φρούραρχο των Μεγάρων και κατόπιν παρακλήσεως λαμβάνει την άδεια κωδωνοκρουσιών. Τις πρώτες πρωινές ώρες για πρώτη φορά ηχούν χαρμόσυνα οι καμπάνες της Αγίας Παρασκευής.
Για δεύτερη φορά ήχησαν οι καμπάνες, αυτή την φορά πένθιμα. Ήταν την 2α Οκτωβρίου 1941 κατά την εξόδιο ακολουθία του συμβολαιογράφου Περίανδρου Φιλιππόπουλου και πάλι με τη μεσολάβηση του ιερέως παπά-Νικόλαου.
Η πρώτη επαναστατική πράξη που σημειώθηκε στην πόλη μας, ηθελημένα ή άθελα ήταν την 25η Οκτωβρίου 1941 παραμονή του Αγίου Δημητρίου. Οι επίτροποι του ναού ύψωσαν την ελληνική σημαία στο κοντάρι του καμπαναριού την 3η απογευματινή. Για μιάμιση ώρα η γαλανόλευκη κυμάτιζε στο υψηλότερο σημείο της πόλεως. Όταν το αντελήφθησαν οι Ιταλοί, έστειλαν δύο καραμπινιέρους υποστέλλοντάς την.
Συνέλαβαν δε τους επιτρόπους και τον ιερέα οδηγώντας τους δέσμιους στο φρουραρχείο. Αφέθηκαν όμως ελεύθεροι, αφού προσποιήθηκαν ότι αυτό ήταν ένα έθιμο, δηλαδή να σηκώνεται η σημαία αυτή την ημέρα μνήμης του Αγίου.
Από τους πρώτους χειμερινούς μήνες του 1941 άρχισε η έλλειψη τροφίμων. Έτσι φάνηκαν και οι πρώτες κλοπές λόγω πείνας. Στις 24 Νοεμβρίου κάποιοι από ανάγκη διέρρηξαν τον Ναό της Αγίας Παρασκευής και αφαίρεσαν 2 οκάδες λάδι και 3 οκάδες κεριά.
Ο υποσιτισμός κάποιων εκ των κατοίκων άρχισε να ανησυχεί τους τοπικούς άρχοντες, ιδίως δε τον κλήρο που σε καθημερινή βάση ερχόταν σε επαφή και επικοινωνία με τους κατοίκους. Προσπαθούσαν όσο το δυνατόν περισσότερο να βοηθήσουν το ποίμνιό τους με κάθε τρόπο.
Οι άγιες ημέρες των Χριστουγέννων πλησίαζαν και ο σεπτός Μητροπολίτης Αττικής και Μεγαρίδος Ιάκωβος Βαβανάτσος κατόρθωσε να εξασφαλίσει κάποιες αξιόλογες ποσότητες τροφίμων, που είχαν έρθει από την Αμερική ως βοήθεια του δοκιμαζομένου Ελληνικού λαού. Για την πόλη των Μεγάρων διατέθηκαν 11.700 οκάδες διαφόρων ειδών τροφίμων. Σε κάθε άτομο δόθηκαν 100 δράμια φασόλια, 100 δράμια ρεβίθια σε ελάχιστη τιμή για την κάλυψη των εξόδων μεταφοράς τους από τον Πειραιά. Όσα όσπρια περίσσεψαν τα τοποθέτησαν στην αποθήκη του Νικολάου Σωτηρίου για τα εκκλησιαστικά συσσίτια των απόρων.
Όμως, οι ποσότητες αυτές των τροφίμων γρήγορα τελείωσαν, έτσι σταμάτησαν και τα συσσίτια. Ο νέος Ιταλός Φρούραρχος αντιλαμβανόμενος το μεγάλο αυτό πρόβλημα κάλεσε την 10η Ιανουαρίου του 1942 όλους τους ιερείς της πόλεως και κάποιους εκ των εκκλησιαστικών επιτρόπων για να συζητήσουν περί της εξευρέσεως τροφίμων, λύνοντας προσωρινά το πρόβλημα.
Καθημερινά, ο φόβος πλανιόταν πάνω από κάθε Ελληνική πόλη, από την παρουσία των κατακτητών, με συνεχή καταπίεση. Και στα Μέγαρα οι διώξεις δεν είχαν λείψει, ούτε οι βασανισμοί και οι φυλακίσεις. Στις αρχές του Δεκεμβρίου του 1941 συλλαμβάνονται επιφανείς Μεγαρείς δικηγόροι, ιατροί, έμποροι, κτηματίες και αποστέλλονται στις φυλακές της Άμφισσας.
Οι ιερείς της πόλεως δεν ήταν δυνατόν να μείνουν αδρανείς και να εγκαταλείψουν το ποίμνιό τους. Σε αυτή την περίπτωση με την μεσολάβηση του ιερέα της Μονής Αγίου Ιεροθέου παπά-Πέτρου, ο οποίος παρακαλώντας τον Ιταλό διοικητή ονόματι Τσελόζο, πέτυχε την αποφυλάκιση 5 Μεγαριτών την 29η Δεκεμβρίου 1941 και την επιστροφή τους.
Ιδιαίτερη ήταν η δράση και η βοήθεια που πρόσφερε στους Μεγαρείς ο Μητροπολίτης Ιάκωβος Βαβανάτσος. Η μέριμνά του ήταν διαρκής και πάντοτε αποτελεσματική. Έτσι τον Αύγουστο του 1942 επισκεπτόμενος την πόλη και μαθαίνοντας ότι υπάρχουν κρατούμενοι, κατόρθωσε να τους ελευθερώσει.
Τις απογευματινές ώρες της 1ης Νοεμβρίου του 1942 υπήρξε μεγάλη αναστάτωση. Ιταλοί καραμπινιέροι συνέλαβαν τους ιατρούς Μιχόπουλο και Μπερδελή, τους κτηματίες Κανέλλο Παπαγιάννη και Γεώργιο Καμαρέδο και τους καφεπώλες Ιερόθεο Μπεναρδή και Πλούταρχο Αλεξίου. Ο λόγος συλλήψεώς τους ήταν ότι εξύβρισαν και προσέβαλαν Ιταλούς αξιωματικούς. Κρατήθηκαν στην Καραμπινιερία έως την 14η του μηνός κι από ‘κει μεταφέρθηκαν στις φυλακές Κορίνθου.
Οι ιερείς ενημέρωσαν τον Μητροπολίτη για το συμβάν και την επομένη καταφθάνει στα Μέγαρα. Με δύο ακόμη ιερείς επισκέπτεται τον Φρούραρχο. Δυστυχώς, όμως, δεν κατόρθωσαν την απελευθέρωσή τους, παρά μόνο πήραν την υπόσχεση ότι δεν θα υπάρξουν πλέον άλλες συλλήψεις. Ο καλός ποιμένας δεν έμεινε άπραγος. Ήρθε σε επαφή με τον συλλείτουργό του Μητροπολίτη Κορίνθου Κωνσταντινίδη, ο οποίος δίνοντας προσωπικές εγγυήσεις ελευθέρωσε τους 6 κρατούμενους που μετά από 10 ημέρες την 25η Νοεμβρίου επέστρεψαν στις οικίες τους.
Με την είσοδο των κατοχικών δυνάμεων στη πόλη επιτάχθηκαν όλα τα δημόσια κτίρια και φυσικά τα σχολεία. Ως αίθουσες διδασκαλίας πλέον χρησιμοποιούντα σπίτια ιδιωτών και οι τρεις εκκλησίες, αφού μεταφέρθηκαν εκεί θρανία και πίνακες. Κάποιοι Ιταλοί υπήρξαν οι πλέον φθονεροί με τους κατοίκους. Το μίσος τους προς τον ελληνισμό και την ορθόδοξη πίστη έφθανε σε μέγιστο βαθμό.
Εισέρχονταν συχνά στον ιερό ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου που χρησιμοποιείτο ως αίθουσα Γυμνασίου, έγραφαν στον πίνακα αισχρότητες και δεν αναχωρούσαν, εάν δεν επενέβαινε ο αείμνηστος καθηγητής των Ιερών Μελέτιος Μπεναρδής, ο οποίος γνώριζε την Ιταλική.
Ήταν τέτοια η απέχθειά τους στη πίστη μας και τα ιερά μας, ώστε γκρέμισαν τον τοίχο στο ιερό της εκκλησίας «Γενέθλιο της Παναγίας» στο Γυμνάσιο μετατρέποντάς την σε συνεργείο και αποθήκη για τις ανάγκες τους.
Μία απροσδόκητη επίσκεψη πραγματοποίησε ο Μητροπολίτης Φίλιππος Τσορβάς πρωτοσύγκελος τότε της Μητροπόλεως Καρύστου. Ο ερχομός του στην πατρώα γη έγινε διότι την Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 1943 μετά τη θεία λειτουργία θα τελούσε το μνημόσυνο του συμπολεμιστού του Σπυρίδωνος Καραγιώργου που έπεσε στο Τεπελένι. Κατά την ομιλία του εκφράστηκε υπέρ της μέλλουσας ελευθερίας της Ελλάδος, συγκινώντας και ενθουσιάζοντας το εκκλησίασμα.
Το Πάσχα του 1943 πλησίαζε. Οι περιορισμοί της κυκλοφορίας αυξάνονταν συνεχώς, φοβούμενοι οι κατακτητές για δολιοφθορές.
Το απόγευμα της Μεγάλης Παρασκευής ο τελάλης ειδοποιούσε τους κατοίκους ότι από την 8η βραδυνή να μη κυκλοφορούν στους δρόμους με φώτα ή κεριά, διότι θα πυροβολούνταν. Οι λειτουργίες και στους τρεις ενοριακούς ναούς τελείωσε στις 9.15μ.μ. χωρίς να γίνει περιφορά των επιταφίων. Η δε λειτουργία της Αναστάσεως ξεκίνησε στις 6.30 το πρωί της Κυριακής και τελείωσε στις 9.30.
Αξιοσημείωτο ήταν ότι, κατόπιν εντολής που είχαν λάβει οι Έλληνες χωροφύλακες από τους Ιταλούς, να περιφέρονται κατά την διάρκεια της λειτουργίας ανάμεσα στους εκκλησιαζόμενους παρατηρώντας αν υπάρχουν αντάρτες ή ξένοι.
Ημέρα μνήμης ευρέσεως των ιερών λειψάνων των Αγίων έξη Μαρτύρων των εν Μεγάροις, 16 Αυγούστου 1943. Ο ναός και ο αύλειος χώρος κατάμεστος από Μεγαρείς και Αθηναίους. Όλοι υπομονετικά αναμένουν τον Μητροπολίτη τους Ιάκωβο να χοροστατήσει της Θείας Λειτουργίας. Με την άφιξή του ακούγονται κωδωνοκρουσίες. Οι ιερείς που τον περίμεναν στην είσοδο, τον συνοδεύουν έως την Ωραία Πύλη.
Μαζί του τυχαίως εισήλθαν και τρεις Ιταλοί, αφού άναψαν κεριά, οι δύο κάθισαν στην είσοδο, ενώ ο τρίτος πήγε κοντά στο τέμπλο. Την ώρα που ο Μητροπολίτης έβγαλε το ράσο του για να βάλει τα άμφια, το έδωσε στον Ιταλό να το κρατήσει κι’ ο οποίος το πήρε στα χέρια του με πολύ σεβασμό. Όταν όλοι εισήλθαν στο ιερό, ένα ιερέας πήρε το ράσο στα χέρια του Ιταλού ευχαριστώντας τον.
Η συνδρομή του κλήρου των Μεγάρων δεν περιορίστηκε μόνο στους συντοπίτες τους. Είναι γνωστή και η σημαντική προσφορά κατά την κατοχική περίοδο της Ιεράς Μονής Αγίου Ιεροθέου, όπου από τις πρώτες κι όλας ημέρες έδωσε καταφύγιο σε 18 Βρετανούς στρατιώτες, κρύβοντας τους 10 σε ένα εγκαταλελειμμένο πατητήρι και τους άλλους 8 σε μία σπηλιά ονομαζόμενη του Αβραάμ.
Η σίτιση και η καθαριότητά τους γινόταν καθημερινά και για καιρό με μέριμνα των μοναχών. Οι Γερμανοί υποψιαζόμενοι ότι στη Μονή κρύβονταν Άγγλοι στρατιώτες συχνά πυκνά ερευνούσαν εξονυχιστικά κάθε ύποπτο σημείο. Ο Θεός όμως πάντοτε τους προστάτευε.
Συχνές ήταν και οι επισκέψεις της γνωστής για την αντιστασιακή της δράση Λέλας Καραγιάννη που με διάφορες μεταμφιέσεις πήγαινε στη Μονή προμηθεύοντας τους εκεί καταφυγόντες με είδη πρώτης ανάγκης. Την Μονή επίσης είχε επισκεφθεί και ο Αμερικανός πρέσβης στην Ελλάδα Λίνκολν Μακβή αυτή την περίοδο, όπως γράφει στα απομνημονεύματά του.
Χρόνια αργότερα μετά την λήξη του πολέμου απονεμήθηκε στη Μονή Αγίου Ιεροθέου για την προσφορά των μοναχών προς την πατρίδα το Μετάλλιο Εθνικής Αντίστασης 1941-1945 και το χρυσό Μετάλλιο της αντιστασιακής οργάνωσης Μπουμπουλίνα-Λέλα Καραγιάννη.
Η πιο ευτυχισμένη ημέρα για τους Μεγαρείς μετά από τριάμισι χρόνια κατοχής ήταν η 9η Οκτωβρίου 1944. Οι Γερμανοί αναχώρησαν. Βρετανικές δυνάμεις καταδρομέων εισέβαλαν αμαχητί στην πόλη. Οι κάτοικοι ενθουσιασμένοι ξεχύθηκαν στους δρόμους. Οι ιερείς περιχαρείς κι αυτοί, έδωσαν εντολή να κτυπήσουν χαρμόσυνα οι καμπάνες. Αμέσως μετά τελέσθηκε δοξολογία στον Μητροπολιτικό Ναό παρουσία των Αρχών, των πιστών και με συμμετοχή Βρετανών αξιωματικών.
Ένα ιδιαίτερο άκρως εντυπωσιακό γεγονός έλαβε χώρα λίγες ημέρες αργότερα κατά την διάρκεια πτώσεως Βρετανών αλεξιπτωτιστών στο αεροδρόμιο. Ανάμεσα στους Μεγαρείς που βοηθούσαν τους στρατιώτες ήταν κι ένας ιερέας. Τα Βρετανικά στρατεύματα ακολουθούσε κι ένας στρατιωτικός ιερέας. Ιδού, λοιπόν, πώς περιέγραψε στα απομνημονεύματά του τα αισθήματα που ένιωσε όταν συνάντησε τον ιερέα των Μεγάρων.
«Προσγειώθηκα αρκετά ομαλά. Βρέθηκα περικυκλωμένος από δεκάδες εντοπίους που προσπαθούσαν να μας βοηθήσουν. Ανάμεσά τους ήταν κι ένας ιερέας. Το κατάλαβα από το ράσο του, το καπέλο που φορούσε και τα μακριά τους γένια. Ήταν αδύνατος και τα ρούχα του τριμμένα. Φαινόταν η ανέχεια τόσων χρόνων σκλαβιάς. Τον πλησίασα και τον χαιρέτησα, του είπα ότι είμαι κι εγώ ιερέας, αλλά δεν το κατάλαβε. Τότε του έδειξα το σταυρό μου. Αμέσως το αντιλήφθηκε. Αγκαλιαστήκαμε και φιληθήκαμε σταυρωτά στα μάγουλα. Έσκυψα και του φίλησα το χέρι. Το ίδιο έκανε κι αυτός. Κοιταζόμασταν και χαμογελούσαμε δακρυσμένοι από χαρά. Τότε αισθάνθηκα την αγιοσύνη του και φίλησα το ξεθωριασμένο ράσο του».
Μέσα από τα γεγονότα που αναφέρθηκαν στο σημερινό επετειακό αφιέρωμα αποδεικνύεται περίτρανα το πόσο η Εκκλησία των Μεγάρων δια μέσου των μακαριστών ιερέων της, όντας θαρραλέοι και πάντοτε με τη βοήθεια του Θεού, κατόρθωσαν να σώσουν τα παιδιά τους. Ας φέρνουμε πάντα στη μνήμη μας τους κοιμηθέντες ιερείς κι ας προσευχόμαστε υπέρ αναπαύσεως των ψυχών τους.