Παρά την εγγύτητα με τη Ρεβυθούσα, τον βασικό σταθμό εισαγωγής φυσικού αερίου της χώρας, τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις των Μεγάρων παραμένουν εκτός δικτύου
Το έργο που θα έφερνε φυσικό αέριο στην πόλη μπλοκάρεται από τεχνικές εκκρεμότητες, αμφίβολη οικονομική βιωσιμότητα και μια ενεργειακή πολιτική που αλλάζει κατεύθυνση, αφήνοντας τους κατοίκους σε μια διαρκή αναμονή χωρίς σαφή προοπτική
Με μια ενεργειακή αντίφαση που προκαλεί απορία και αγανάκτηση, ζουν εδώ και αρκετά χρόνια οι δημότες του Δήμου Μεγαρέων. Αναφέρομαι στο μεγάλο ζήτημα της σύνδεσης της πόλης των Μεγάρων με φυσικό αέριο, που ενώ περνά κυριολεκτικά δίπλα μας, αποθηκεύεται και διοχετεύεται σε ολόκληρη τη χώρα από τη Ρεβυθούσα, εντούτοις όμως δεν φτάνει στα σπίτια και τις επιχειρήσεις των συμπολιτών.
Γυρίζοντας το χρόνο πίσω, θα θυμίσω πως η υπόθεση της σύνδεσης των Μεγάρων με το φυσικό αέριο δεν είναι καινούργια. Από τις αρχές της δεκαετίας, με πιο έντονες εξαγγελίες μετά το 2022, η ένταξη της περιοχής στον σχεδιασμό επέκτασης του δικτύου παρουσιαζόταν ως σχεδόν δεδομένη. Ανακοινώσεις, δελτία τύπου από το Δήμο και τοπικά δημοσιεύματα δημιουργούσαν την εντύπωση ότι το έργο βρισκόταν ένα βήμα πριν την υλοποίηση.
Στην πραγματικότητα, όμως, εκείνη την περίοδο δεν υπήρχε ούτε ώριμη μελέτη κατασκευής ούτε εξασφαλισμένη χρηματοδότηση. Υπήρχε κυρίως μια πολιτική υπόσχεση και ένας γενικός σχεδιασμός.
Κατά την άποψή μου, το πρόβλημα ξεκινά από τον ίδιο τον τρόπο που είναι δομημένη η αγορά φυσικού αερίου. Ο ΔΕΣΦΑ διαχειρίζεται ένα δίκτυο υψηλής πίεσης που λειτουργεί ως «εθνική λεωφόρος» ενέργειας. Είναι το δίκτυο μέσω του οποίου τροφοδοτούνται μεγάλες μονάδες, βιομηχανίες και περιφερειακοί κόμβοι.
Για να φτάσει όμως το αέριο σε ένα σπίτι, απαιτείται ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο υποδομής, που ανήκει στη σφαίρα της διανομής. Εκεί εμπλέκεται η ΕΔΑ Αττικής, η οποία αποφασίζει πού θα επενδύσει με βάση αυστηρά οικονομικά κριτήρια.
Στην περίπτωση των Μεγάρων, το καθοριστικό εμπόδιο είναι ένα έργο που δεν φαίνεται στον απλό πολίτη αλλά καθορίζει τα πάντα. Πρόκειται για τον μετρητικό και ρυθμιστικό σταθμό που θα συνδέσει την πόλη με το εθνικό σύστημα. Χωρίς αυτόν, δεν υπάρχει τεχνικά τρόπος να ξεκινήσει η ανάπτυξη δικτύου. Και αυτός ο σταθμός δεν έχει ακόμη κατασκευαστεί ούτε έχει ενταχθεί σε σαφές χρονοδιάγραμμα υλοποίησης.
Έτσι, η συζήτηση για το «πότε θα έρθει το αέριο» ξεκινά ουσιαστικά από ένα έργο (τον μετρητικό και ρυθμιστικό σταθμό), που δεν έχει δρομολογηθεί και στην παρούσα φάση δεν προβλέπεται να δρομολογηθεί! Πίσω από την τεχνική διάσταση κρύβεται ένα ακόμη πιο ουσιαστικό ζήτημα, αυτό της οικονομικής βιωσιμότητας.
Σύμφωνα με απόλυτα διασταυρωμένες δημοσιογραφικές πληροφορίες, η ανάπτυξη δικτύου σε μια πόλη όπως τα Μέγαρα απαιτεί σημαντικές επενδύσεις σε αγωγούς, εκσκαφές και συνδέσεις.
Για να δικαιολογηθεί το κόστος, πρέπει να υπάρχει επαρκής και σταθερή ζήτηση, αφού οι αρμόδιες εταιρείες αξιολογούν πόσα νοικοκυριά θα συνδεθούν, πόση κατανάλωση θα υπάρχει και πόσο γρήγορα θα αποσβεστεί η επένδυση.
Σε περιοχές με χαμηλότερη πυκνότητα δόμησης και αβέβαιη κατανάλωση, τα νούμερα συχνά δεν βγαίνουν. Αυτό φαίνεται να ισχύει και για τα Μέγαρα, όπου σύμφωνα με τους ειδικούς, το έργο παραμένει στα όρια της οικονομικής αποδοτικότητας. Την ίδια στιγμή, το ευρύτερο ενεργειακό περιβάλλον αλλάζει με ταχύτητα.
Η ΡΑΑΕΥ εγκρίνει επενδύσεις με βάση όχι μόνο την οικονομική λογική αλλά και τη στρατηγική κατεύθυνση της χώρας. Και αυτή η κατεύθυνση τα τελευταία χρόνια μετατοπίζεται σταθερά μακριά από το φυσικό αέριο. Η ευρωπαϊκή πολιτική δίνει προτεραιότητα στην ηλεκτροδότηση και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, δημιουργώντας ένα νέο πλαίσιο όπου τα δίκτυα φυσικού αερίου θεωρούνται μεταβατική λύση και όχι μακροπρόθεσμη επένδυση.
Σε αυτό το πλαίσιο, έργα που πριν λίγα χρόνια θεωρούνταν αυτονόητα, σήμερα επανεξετάζονται ή καθυστερούν. Η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο έντονη αν δει κανείς τη μεγάλη εικόνα.
Η Ρεβυθούσα αναβαθμίζεται, η χώρα ενισχύει τον ρόλο της ως ενεργειακός κόμβος και το φυσικό αέριο συνεχίζει να διακινείται σε μεγάλες ποσότητες, ενώ την ίδια στιγμή, τοπικές κοινωνίες που βρίσκονται δίπλα σε αυτές τις υποδομές – όπως τα Μέγαρα – δεν απολαμβάνουν άμεσο όφελος.
Κανένας φορέας δεν αναλαμβάνει την ευθύνη για την καθυστέρηση…
Όσον αφορά το πολιτικό επίπεδο, κανένας φορέας δεν αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη για την καθυστέρηση. Ο Δήμος Μεγαρέων δικαίως χρόνια τώρα πιέζει, αλλά μέχρι εκεί, αφού δεν έχει αρμοδιότητα υλοποίησης. Οι εταιρείες διανομής επικαλούνται οικονομικά κριτήρια και ο διαχειριστής του εθνικού δικτύου περιορίζεται στον δικό του ρόλο. Η ρυθμιστική αρχή εγκρίνει ή απορρίπτει με βάση δεδομένα που συνεχώς αλλάζουν. Το αποτέλεσμα είναι πως το έργο ούτε ακυρώνεται, αλλά ούτε και ξεκινά!
Έτσι, η υπόθεση της παροχής φυσικού αερίου στα Μέγαρα έχει εξελιχθεί σε μια ιδιότυπη «εκκρεμότητα χωρίς τέλος». Παραμένει στον σχεδιασμό, επανέρχεται στις δημόσιες συζητήσεις, χρησιμοποιείται ως υπόσχεση ανάπτυξης, αλλά τη διασύνδεση της πόλης με φυσικό αέριο όλοι εμείς οι Μεγαρείς και οι Νέο Περαμιώτες δεν την … βλέπουμε να γίνεται πράξη. Για τους κατοίκους, αυτό μεταφράζεται σε μια διαρκή αναμονή χωρίς σαφή προοπτική. Και όσο η ενεργειακή μετάβαση επιταχύνεται, τα ερωτήματα γίνονται ακόμη πιο πιεστικά και ίσως πιο κρίσιμα από ποτέ…
Ερωτώ τους Κρατούντες και αναμένω απαντήσεις:
- Αν το έργο δεν ξεκινήσει σύντομα, θα υπάρξει ποτέ πραγματική ανάγκη να ξεκινήσει;
- Τα Μέγαρα και η ευρύτερη περιοχή του Δήμου μας θα μείνουν για πάντα ως η περιοχή που έχει στα «σπλάχνα» τις εγκαταστάσεις της Ρεβυθούσας, χωρίς ποτέ να αποκτήσουν φυσικό αέριο;
- Και εν τέλει, γιατί η πόλη μας τα Μέγαρα που βρίσκεται δίπλα στο φυσικό αέριο εγκαταλείπεται από το κράτος;
Ζητάω απαντήσεις … «παντελονάτες». Όχι υποσχέσεις, όχι αοριστολογίες, όχι ψεύτικα μεγάλα λόγια! Απ’ όλα αυτά … «χόρτασε» ο κόσμος!
Αντώνης Γ. Υψηλάντης
Εκδότης εφημερίδας ΑΙΧΜΗ – Πολιτευτής ΠΑ.ΣΟ.Κ. Β’ ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ