Η πλέον φημισμένη εταίρα της αρχαιότητας υπήρξε η Λαΐς η Κορινθία.  Περί του ιδιωτικού της βίου ελάχιστα είχαν διασωθεί έως τα μέσα του 19ου αιώνος, έως ότου ο Γάλλος ερευνητής Αύγουστος Ντεμπαΐ, ερχόμενος στην Ελλάδα ανακάλυψε έναν αρχαίο ελληνικό πάπυρο, περιέχοντα εκτός των άλλων και τη βιογραφία της Λαΐδος, όπου μέσω ενός λογίου Έλληνος, κράτησε σημειώσεις του κειμένου εις την γαλλική.  Εκ των πολυσέλιδων αυτών σημειώσεων θα περιγράψουμε τον περίφημο δαιδαλοειδή και περίτεχνο κήπο, που περιέζωνε την έπαυλή της, την οποία είχε κληρονομήσει από τον θετό πατέρα ή σύζυγό της Κορίνθιο στρατηγό Λεοντίδη.

      Η ευφυέστατη Λαΐς δημιούργησε εντός των κήπων ρητορική σχολή και Ακαδημία ερωτική.  Σ’ αυτές μπορούσαν να φοιτήσουν μόνο νέοι, γόνοι σπουδαίων, μεγάλων, ευγενών και πλουσίων οικογενειών, καθώς και ξένοι βασιλείς.

      Οι εκλεκτοί επισκέπτες περιπατούσαν πάνω στους φυσικούς χλοοτάπητες που από πανω κρέμονταν αναρριχώμενα φυτά και διάφορα είδη ανθέων που ευωδίαζαν και έριχναν πυκνή σκιά.  Παράλληλα, μπορούσε κανείς να ακούει το γλυκό μουρμουρητό των τεχνιτών καταρρακτών και των σιντριβανιών.  Παντού υπήρχαν μαρμάρινα αγάλματα και μαρμάρινες πλάκες με γλυπτές εικόνες, που έκαναν τον κήπο εκθετήριο καλλιτεχνημάτων.

      Σ’ αυτούς τους μεγαλοπρεπείς χώρους αυτός που ελάμβανε την άδεια να εισέλθει για πρώτη φορά βρισκόταν υπό επιτήρηση συνοδού.  Περνούσε κατ’ αρχάς μια μικρή πόρτα στο βάθος του κήπου και περπατώντας για αρκετή ώρα κάτω από μυρτιές και τριανταφυλλιές, έφθανε σε μια μεγάλη στρογγυλή πλατεία, που ήταν περιστοιχισμένη από καλαίσθητα αγάλματα. 

Στο μέσον της πλατείας υπήρχαν δυο συμπλέγματα νυμφών Ναϊάδων που κρατούσαν στους ώμους τους υδρίες με μεγάλα στόμια, από τα οποία έπεφτε κρυστάλλινο νερό σε μία μεγάλη κόκκινη λεκάνη, που βρισκόταν από κάτω τους.  Από την λεκάνη αυτή έφευγαν δύο μακριά τεχνητά ρυάκια, που κατέληγαν σε άλλες δύο λεκάνες, όπου μαρμάρινοι κύκνοι έπαιζαν με σύμπλεγμα μαρμάρινων λευκών καναρινιών. 

Μετα την πλατεία υπήρχαν δενδροστοιχίες με βαθιά σκιά και ενδιάμεσα κατά διαστήματα συναντούσες περίτεχνα υπαίθρια στέγαστρα με καθίσματα και στο βάθος, επί ψηλού βάθρου το άγαλμα του  «Διακριτικού Έρωτος» με φαρέτρα στα πόδια του, και ένα από τα δάκτυλά του στο στόμα του, για να δείξει ότι ο επισκέπτης έπρεπε να είναι εχέμυθος.  Στον κήπο αυτόν υπήρχαν πρασιές γεμάτες από σπάνια άνθη, ενώ ο επισκέπτης περνούσε από περίεργα δρομάκια που σχημάτιζαν λαβύρινθους, όλα καλυμμένα από κλαδιά και πυκνά φύλλα δένδρων. 

Κάτω δε από αυτά υπήρχαν αγάλματα που παρίσταναν «το Κάλλος», «τις Χάριτες», «τον Έρωτα» και τον «Πόθο».  Παντού υπήρχαν φυσικές κρύπτες φτιαγμένες από πυκνές φυλλωσιές, όπου έπαιζε το φως και η σκιά, χαρίζοντας μία οπτική φαντασία.  Οι κήποι αυτοί είχαν σχεδιαστεί με πρωτοτυπία και ιδιαίτερη έμπνευση, των οποίων η τέχνη και η πολυτέλεια είχαν χαραχθεί με άπλετη φαντασία.

      Όταν ο επισκέπτης τελείωνε την περιήγησή του, έφθανε στην πόρτα ενός θόλου στηριγμένου πάνω σε κίονες Δωρικού ρυθμού, όπου κάτω από τη στέγη υπήρχε αιωρούμενο ένα λεπτό ύφασμα σκεπάζοντας τον θρόνο της θελκτικής βασίλισσας Λαΐδος, περιστοιχισμένης από είκοσι νεάνιδες, τόσο όμορφες που νόμιζες ότι έβλεπες την θεά (Αφροδίτη) στο μέσο της ακολουθίας της.

      Τότε μια από τις νεαρές συνοδούς του έδινε το χέρι της και τον οδηγούσε μπροστά από την κυρία της και μετά από φιλοφρονήσεις και συζήτηση, ήταν έτοιμος και ελεύθερος να διαλέξει την εκλεκτή της καρδιάς του, υποβάλλοντάς της τα σέβη του.

      Η ημέρα της εβδομάδος Παρασκευή ήταν αφιερωμένη στην Αφροδίτη.  Εκείνη τη νύχτα οι κήποι της Λαΐδος φωτίζονταν κι έλαμπαν.  Παντού υπήρχαν μουσικές, τραγούδια, χοροί, παιχνίδια κι άλλες διασκεδάσεις, οι οποίες κατέληγαν σ’ ένα πλούσιο δείπνο.  Σ’ αυτά τα δείπνα οι συνδαιτυμόνες έκαναν επίδειξη ευφράδειας, ερωτικού λόγου και πνεύματος.  Συζητούσαν περί φιλοσοφίας, τέχνης, φιλολογίας, πολιτικής και άλλων επίκαιρων θεμάτων.

      Οι ιδιαίτερα αναδειχθέντες πνευματικοί άνδρες οι οποίοι πρώτευαν, ανακηρύσσονταν νικητές, αλλά αντί στεφάνου ελάμβαναν  ένα γλυκό φιλί από τη νέα που αγαπούσαν.

      Έτσι αντέγραψε στις σημειώσεις του ο Γάλλος ερευνητής Ντεμπαΐ τους μεγαλοπρεπείς κήπους της Λαΐδος, το κόσμημα της πόλεως της Κορίνθου, απ’ όπου προήλθε και η ρήση:  «Εάν αι Αθήναι καυχώνται δια τον Παρθενώναν των, η Κόρινθος υπερηφανεύεται δια τους κήπους της Λαΐδος».