Ειλικρινά στεναχωριέμαι όταν κρίνω κάποιον με τα άρθρα μου γιατί δεν θέλω να γίνομαι τιμητής. Το κάνω όμως για τρεις λόγους.
Πρώτον γιατί είμαι «πολιτικόν ον» κατά τον Αριστοτέλη, δηλαδή ενεργός πολίτης, δεύτερο γιατί εκείνος στον οποίο κάνω αυστηρή κριτική είναι πολιτικός και το ζητά από μόνος του εκτιθέμενος για να κριθεί και γι’ αυτό λέμε ότι, «αυτός θα εκτεθεί στις εκλογές» ή ακόμα πιο παραστατικά, «αυτός κατεβαίνει ως υποψήφιος στις εκλογές», δηλαδή, ενώ θεωρεί ότι είναι ψηλά, «κατεβαίνει», εκεί που είναι οι πολλοί που θέλει να διοικήσει, προκειμένου να τον κρίνουν για να τον ψηφίσουν ή να τον απορρίψουν.
Και τρίτος λόγος είναι γιατί ο κρινόμενος είναι δημόσιο πρόσωπο και όταν λέει ανακρίβειες (ή ψέματα αν θέλετε) δεν σέβεται και υποτιμά τους πολίτες, φυσικά και εμένα ως πολίτη.
Τώρα εάν αυτά που εκθέτω δεν αρέσουν σ΄ αυτούς που τα διαβάζουν, ας τα απορρίψουν, πάντως εγώ δεν ζητώ να με… ψηφίσουν.
Είχα σκοπό να σχολιάσω και να αντικρούσω με προηγούμενο άρθρο μου τις ανακρίβειες και την αγνόηση ή διαστρέβλωση της πραγματικότητας που εκφέρονται με δηλώσεις και ισχυρισμούς από τους παράγοντες της αξιωματικής αντιπολίτευσης και κυρίως από τον αρχηγό αυτής κ. Τσίπρα και απευθύνονται στους πολίτες και τούτο γιατί ως πολίτη με ενοχλούν βαθύτατα, πλην όμως, με πρόλαβε η ιστορική ομιλία του Πρωθυπουργού της Ελλάδος (και όχι αρχηγού της Νέας Δημοκρατίας) στο Αμερικανικό Κογκρέσο και προτίμησα να προτάξω το σχολιασμό αυτής, όπερ και έπραξα με το προηγούμενο άρθρο που δημοσιεύτηκε σε τούτη την εφημερίδα.
Δεν φανταζόμουνα όμως ποτέ ότι στις μέχρι τότε ανακρίβειες και διαστρεβλώσεις της πραγματικότητας θα προστίθεντο και νέες μικρόψυχες και μίζερες διαστρεβλώσεις στην ομιλία Μητσοτάκη.
Το γεγονός ότι η ομιλία του πρωθυπουργού ήταν άριστη από κάθε άποψη, πολιτική, ιστορική, κοινωνική, αισθητική κ.λπ., το αναγνώρισαν όχι μόνο οι Αμερικανοί παράγοντες, με πρώτα τα μέλη του Κογκρέσου που τον χειροκροτούσαν όρθια σε πολλά σημεία της ομιλίας, αλλά και κάθε λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος, άσχετα με τα πολιτικά του πιστεύω, μεταξύ των οποίων και προς τιμήν τους, οι κύριοι Θεόδ. Πάγκαλος και Νικ. Παπανδρέου.
Μόνο οι ΣΥΡΙΖΕΟΙ παράγοντες έκριναν την ομιλία διασκεδαστική (!!!) και γι΄ αυτό χειροκροτήθηκε από τα μέλη του Κογκρέσου (!!!).
Επίσης ανιστόρητη, που προκάλεσε θλίψη και απογοήτευση, αφού ούτε μία φορά δεν ανέφερε τη λέξη Τουρκία (!!!), αλλά κατά τον κ. Τσίπρα και αγωνία, γιατί «ο Μητσοτάκης τα έδωσε όλα στην Αμερική χωρίς να πάρει τίποτα και δεν απαίτησε από τους Αμερικανούς να μη προμηθεύσουν F-16 στην Τουρκία που τα ζητά».
Για τον χαρακτηρισμό ότι η ομιλία ήταν διασκεδαστική και γι’ αυτό χειροκροτήθηκε, νομίζω ότι δεν αξίζει σχολιασμό. Η άποψη αυτή και μόνο χαρακτηρίζει ως μίζερους και μικρόψυχους αυτούς που τη διατύπωσαν και υποστήριξαν.
Όσον αφορά τους άλλους χαρακτηρισμούς και κρίσεις της ομιλίας από τους παραπάνω, θα πίστευε κάποιος που δεν παρακολουθεί την αντιπολιτευτική τακτική του κ. Τσίπρα και γενικώς του ΣΥΡΙΖΑ που κύριο χαρακτηριστικό της είναι η αγνόηση και διαστρέβλωση της πραγματικότητας, ότι δεν άκουσαν την ομιλία ή δεν τη διάβασαν.
Ας σχολιάσουμε λοιπόν αυτούς τους χαρακτηρισμούς και κρίσεις για την ομιλία.
Ανιστόρητη η ομιλία : Αναφερόμενος ο Πρωθυπουργός στις κοινές αξίες που έχουμε με τις ΗΠΑ, δηλαδή, τη δημοκρατία, την ελευθερία, τη θεμελιώδη σημασία του κράτους δικαίου και του αγώνα κατά της αναρχίας και του πολέμου, έκανε σαφή αναφορά στον πόλεμο στην Ουκρανία και αντιπαρέβαλε την Ελλάδα του 1821 με την ουκρανική αντίσταση στη ρωσική εισβολή και συγκεκριμένα του ιστορικού Μεσολογγίου με τη Μαριούπολη.
Είπε συγκεκριμένα: «Όταν βλέπουμε τον ίδιο πόνο, την ίδια θλίψη μεταξύ των αμυνόμενων της Μαριούπολης, πόλης με ελληνικό όνομα και ρίζες, θυμόμαστε το Μεσολόγγι και το κόστος του δικού μας αγώνα».
Για όσους γνωρίζουν την ιστορία μας, αυτά που υποστήριξε ο πρωθυπουργός βασίζονται απολύτως σε ιστορικά δεδομένα και οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα είναι ανιστόρητοι που έμαθαν ιστορία στις κομματικές μαζώξεις.
Σχετικά με την κρίση ότι η ομιλία προκάλεσε θλίψη και απογοήτευση, αφού ούτε μία φορά ο Πρωθυπουργός δεν ανέφερε τη λέξη Τουρκία.
Ο Πρωθυπουργός παίρνοντας ξεκάθαρη θέση για τον πόλεμο στην Ουκρανία διευκρίνισε πως: «δεν έχουμε καμία εχθρότητα προς τον ρωσικό λαό, αλλά δεν μπορούμε να μείνουμε απαθείς σε έναν αγώνα που μας θυμίζει τον δικό μας αγώνα για την ελευθερία» και υπογράμμισε πως, «δεν πρέπει να τα καταφέρει ο Πούτιν και δεν πρέπει να τα καταφέρει όχι μόνο για το καλό της Ουκρανίας, αλλά και για να σταλεί ένα μήνυμα προς όλους τους άλλους ηγέτες ότι καμία άλλη αναθεωρητική συμπεριφορά δεν θα γίνει ανεκτή από την οικογένεια των δημοκρατικών κρατών».
Ποιοι άραγε εκτός του Πούτιν και του Ερντογάν είναι οι άλλοι ηγέτες που ασκούν αναθεωρητική πολιτική που μας αφορά; Μήπως ο Βούλγαρος, ο Σκοπιανος, ο Αλβανός ή Ιταλός, για να τους σταλεί το μήνυμα;
Τόνισε επίσης ο Πρωθυπουργός: «δεν θα ανεχθούμε παραβιάσεις της κυριαρχίας μας και τις υπερπτήσεις πάνω από τα κατοικημένα νησιά, οι οποίες πρέπει να πάψουν άμεσα» και ζήτησε από τα μέλη του Κογκρέσου να λάβουν υπ’ όψιν «τον κίνδυνο αστάθειας στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ» όταν παίρνουν αποφάσεις για την προμήθεια στρατιωτικού εξοπλισμού στην περιοχή.
Ποιοι άραγε εκτός των Τούρκων κάνουν υπερπτήσεις πάνω από τα νησιά μας και ποιους αφορούσε το αίτημα – προτροπή προς τα μέλη του Κογκρέσου που από τη δική τους απόφαση εξαρτάται η προμήθεια των F-16 στην Τουρκία.
Η μεγαλύτερη δε απόδειξη ότι ο κ. Τσίπρας και οι παράγοντες του ΣΥΡΙΖΑ διαστρεβλώνουν τα μηνύματα και την ουσία της ομιλίας του Πρωθυπουργού είναι ότι, ο Ερντογάν, έγινε «Τούρκος» και «τρώει τα λυσσακά του», κατηγορώντας τον Μητσοτάκη ότι μπέρδεψε τις ΗΠΑ στις μεταξύ μας διαφορές και πως μίλησε στο Κογκρέσο εναντίον της Τουρκίας και των τουρκικών συμφερόντων, με αποτέλεσμα να τον διαγράψει λέγοντας «Μητσοτάκης γιοκ», αρνούμενος να συνομιλήσει με αυτόν (!!!).
Ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας στάθηκε στο βήμα του Κογκρέσου των ΗΠΑ ως συνηγέτης, συνεργάτης, συνάδελφος και συνομίλησε μαζί τους για πανανθρώπινα θέματα και για «τους βαθείς δεσμούς που ενώνουν τα δύο μας έθνη» και μας έκανε να αισθανθούμε υπερήφανοι ως Έλληνες.
Δεν πήγε στις ΗΠΑ σαν ζήτουλας να παζαρέψει. Πριν φθάσει στην Αμερική είχε ήδη συμφωνηθεί και εγκριθεί από τη Βουλή, με αποχή του ΣΥΡΙΖΑ (!!!), πενταετής ελληνοαμερικανική συμφωνία αμοιβαίας αμυντικής συνεργασίας η οποία υπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα.
Η συμφωνία αυτή, εκτός που αποτελεί ψήφο εμπιστοσύνης προς την Ελλάδα ως ακλόνητου παράγοντα σταθερότητας, ως συνετού Ευρωπαίου και νατοϊκού εταίρου που εγγυάται τη διεθνή νομιμότητα απέναντι στους όποιους παροξυσμούς των γειτόνων μας, είναι σημαντική γιατί καταγράφει ρητά την κοινή βούληση για αμοιβαία προστασία της κυριαρχίας και εδαφικής ακεραιότητας έναντι κάθε απειλής, ακόμα και ένοπλης επίθεσης.
Και τούτο, για τον κ. Τσίπρα, είναι το… τίποτα που εισέπραξε ο Μητσοτάκης (!!!).
Για σκεφθείτε να μην είχαμε την υποστήριξη των ΗΠΑ και της Ε.Ε με αυτόν τον παροξυσμό των Τούρκων εναντίον μας.
Είναι πραγματικά λυπηρό που η αξιωματική αντιπολίτευση αντιπολιτεύεται τα ίδια τα γεγονότα και προκαλεί την κοινή λογική. Κατά τον κ. Τσίπρα για οποιοδήποτε πρόβλημα φταίει ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Στην αρχή έφταιγε για τις συνέπειες της πανδημίας που δεν στελεχώνει το ΕΣΥ και δεν αυξάνει τις ΜΕΘ (ενώ αυτά είχαν γίνει). Στη συνέχεια και ενώ τα μέτρα κατά της πανδημίας είχαν βυθίσει σε ύφεση την παγκόσμια οικονομία, εδώ ο Τσίπρας μιλούσε για «ύφεση Μητσοτάκη».
Τα λεφτά που έδινε η κυβέρνηση για να στηρίξει τις επιχειρήσεις ήταν, έλεγε πολύ λίγα. Θα ερχόταν σίγουρα βροχή λουκέτων και έκρηξη της ανεργίας.
Το ίδιο και η ενεργειακή κρίση. Ισχυρίζεται ότι η αύξηση της τιμής του ρεύματος οφείλεται στη «ρήτρα αναπροσαρμογής», που την ονομάζει «ρήτρα Μητσοτάκη» και αποσιωπά ότι την έκανε νόμο ο ΣΥΡΙΖΑ και πως αυτή συνδέει τη τιμή του ρεύματος με το «χρηματιστήριο ενέργειας» που και αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ το καθιέρωσε.
Για την αντίκρουση όλων των ανακριβειών και διαστρεβλώσεων της πραγματικότητας χρειάζεται πολύ χώρος στην εφημερίδα και ήδη το παρόν άρθρο έχει υπερβεί τον λογικώς απαραίτητο χώρο και γι’ αυτό κλείνω με μια φανταστική ιστορία για να εκφράσω μια βεβαιότητά μου.
Αν υποτεθεί ότι λόγω στενής οικογενειακής φιλίας γνωρίζω τον κ. Τσίπρα από τότε που ήταν παιδί και δεδομένης της ευφυΐας του, τον ρώτησα: «Ρε Αλέξη, εάν πίστευα αυτά που λες δεν θα με θεωρούσες ηλίθιο, βλάκα;». Είμαι βέβαιος ότι θα μου απαντούσε: «Μην ξεχνάς ότι η ψήφος του ηλίθιου μετρά όσο και η ψήφος του μη ηλίθιου».
Για να γίνει αντιληπτό σε ποιους απευθύνεται.
ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΜΕΝΙΔΙΑΤΗΣ – Επιτ. δικηγόρος