Είναι γεγονός ότι η κατάσταση της πανδημίας φαίνεται να έχει τεθεί υπό έλεγχο και να προχωράμε με συλλογικές και σταδιακές κινήσεις στην δεύτερη φάση αντιμετώπισης της νόσου, αυτή της εξάπλωσης του covid-19 στην κοινότητα. Είναι σαφές ότι τα μέτρα που λαμβάνει η κυβέρνηση κατά την σταδιακή επάνοδο στην τέως χαμένη καθημερινότητα όλων μας, στόχο έχουν την καθυστέρηση της διασποράς τη νόσου.

Ωστόσο, τα κοινά σε όλους και φυσιολογικά ερωτήματα, «Θα επανέλθουμε οικονομικά από αυτή την κρίση»;

«Θα λειτουργήσουν φυσιολογικά πάλι τα σχολεία και τα πανεπιστήμια»;

«Θα μπορούμε να βγούμε έξω και να απολαύσουμε το καλοκαίρι»;

«Πώς θα είναι η ζωή μας μετά από όλα αυτά»; συνεχίζουν να μας απασχολούν όλους και να μας προκαλούν ένα αίσθημα ανασφάλειας και αβεβαιότητας.

Καθώς όμως η πανδημία μπαίνει στην επόμενη φάση της και η κοινωνική απομόνωση πλησιάζει προς το τέλος, αρχίζουμε να αναμετριόμαστε με τις συνέπειες.

Η μεγαλύτερη συνέπεια του κορωνοϊού είναι η συνειδητοποίηση του αριθμού των θανάτων. Τα άτομα που έχασαν τη ζωή τους από την νόσο είναι αγαπημένοι συγγενείς και φίλοι και η απώλεια τους οδηγεί σε πένθος τόσο ατομικό όσο και συλλογικό, σαν κοινωνία.

Ο θάνατος και η επεξεργασία του μέσω του πένθους είναι αναπόσπαστα κομμάτια της ανθρώπινης ζωής.

Ο άνθρωπος είναι από την φύση του ανθεκτικός στην βίωση της απώλειας και το πένθος είναι η διαδικασία μέσα από την οποία συνειδητοποιεί την απώλεια και επιτυγχάνει να προσαρμοστεί σε μια νέα κατάσταση.

Η απώλεια δεν αφορά μόνο στον θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου αλλά και στην απώλεια ενός αντικειμένου ή μιας μαθημένης προηγούμενης κατάστασης, η αλλαγή της οποίας έχει ως συνέπεια μια δραματική αλλαγή στη ζωή του ατόμου ή στον τρόπο που αντιλαμβάνεται την ζωή του.

Η πανδημία μας οδήγησε αυτόματα στην αλλαγή του τρόπου ζωής όπως τον γνωρίζαμε και στην υιοθέτηση νέων στάσεων απέναντι στην καθημερινότητα μας.

Η διαδικασία του πένθους εδώ αφορά στον αποχωρισμό έστω και προσωρινά του προηγούμενου τρόπου ζωής έως τώρα και την αποδοχή ενός νέου. Η διαδικασία αυτή  είναι μεγάλη και διακρίνεται σε ορισμένα στάδια.

Αρχικά, το σοκ ( συναισθηματικό μούδιασμα) ήταν η πρώτη αντίδραση που είχαμε στην ανακοίνωση της πανδημίας και των συνεπειών της.

Δεν μπορούσαμε να πιστέψουμε τις καταστροφικές της συνέπειες τόσους μήνες μετά.

Στην συνέχεια, προέκυψε η άρνηση, κατά την οποία κάποιοι εμφάνισαν δυσπιστία ως προς την σοβαρότητα της κατάστασης και άρα αρνήθηκαν να την διαχειριστούν και να προστατευτούν.

Όταν τα πράγματα επιδεινώθηκαν και αυξήθηκε η συνειδητοποίηση, πολλοί εκδήλωσαν θυμό ή και ενοχές.

Άρχισαν οι κατηγορίες για τις συνθήκες διαβίωσης στην Κίνα, για την καθυστέρηση ορισμένων κυβερνήσεων να λάβουν μέτρα, για το σύστημα υγείας ορισμένων χωρών, για πολίτες οι οποίοι δεν υπάκουαν στα μέτρα και επέτρεψαν στην κατάσταση να εξελιχθεί.

Πολλά ειπώθηκαν για πολλά και όλο αυτό για να μπορέσουμε να επεξεργαστούμε αυτό το στάδιο.

Έπειτα, ήρθε το στάδιο της διαπραγμάτευσης των νέων συνθηκών.

Αρχίσαμε να «ωραιοποιούμε» την καραντίνα, να αναζητούμε τις δυνατότητες που μας προφέρει και να προσπαθούμε να κερδίσουμε χρόνο για να βρούμε λύσεις.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που απογοητευτήκαμε, αισθανθήκαμε βαθιά θλίψη ή και απόγνωση, κυρίως εξαιτίας των συνεπειών που η καραντίνα και η κοινωνική απομόνωση επέφερε.

Το τελικό στάδιο σε αυτήν τη διαδικασία είναι η αποδοχή της νέας κατάστασης και η προσαρμογή στον νέο τρόπο ζωής.

Οι αντιδράσεις του κάθε ατόμου και ο χρόνος που θα διαρκέσει η διαδικασία του πένθους ποικίλουν. Χρειάζεται αρκετός καιρός για να περάσουμε από όλα τα στάδια του πένθους και τα συναισθήματα που συνοδεύουν το καθένα.

Επίσης, δεν ακολουθείται πάντα η συγκεκριμένη αλληλουχία των σταδίων, καθώς το άτομο μπορεί να ξαναβιώσει κάποιο στάδιο ή να προχωρήσει σε κάποιο επόμενο χωρίς να τα έχει βιώσει όλα.

Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί το άτομο να έχει «κολλήσει» σε ένα στάδιο και να μην μπορεί να προχωρήσει στο επόμενο.

Για παράδειγμα, ενδέχεται να βιώνει πολύ έντονη θλίψη και να μην του επιτρέπει να επανέλθει στις καθημερινές του δραστηριότητες.

Στις περιπτώσεις αυτές αναφερόμαστε ως «περιπλεγμένο» πένθος και το άτομο ίσως χρειαστεί εξωτερική υποστήριξη προκειμένου να εντοπίσει τις δυσκολίες οι οποίες το μπλοκάρουν και να διαχειριστεί την απώλεια.

Μια ακόμη συνέπεια της πανδημίας στην ψυχική μας υγεία είναι η αύξηση του αισθήματος της μοναξιάς, την οποία συνεπάγεται η κοινωνική απομόνωση. Φαίνεται ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν ήταν αρκετά για να συντελέσουν στο μειωθεί το αίσθημα της μοναξιάς, καθώς δημιουργούν μια ψευδαίσθηση εγγύτητας από την οποία όμως απουσιάζει η συναισθηματική εγγύτητα.

Η τελευταία φαίνεται να είναι καθοριστική ως αντίδοτο στην μοναξιά που βιώνουν τα άτομα.

Παρόλα αυτά, η έλλειψη συναισθηματικής εγγύτητας φαίνεται ότι δεν εκδηλώθηκε μόνο στην καραντίνα, αλλά οι συνέπειές της έγιναν περισσότερο αισθητές.

Η μοναξιά (με την έννοια της συναισθηματικής απομόνωσης και όχι τόσο κοινωνικής) φαίνεται, σύμφωνα με έρευνες, να συνδέεται με την εμφάνιση πλήθους σωματικών και ψυχολογικών συμπτωμάτων, όπως είναι η αποδυνάμωση του ανοσοποιητικού συστήματος, παθήσεις του καρδιαγγειακού συστήματος, μειωμένες νοητικές λειτουργίες (γνωστική σύγχυση, ζάλη, κόπωση, αδυναμία συγκέντρωσης), κατάθλιψη και στρες.

Σε μεγαλύτερες ηλικίες η θλίψη μπορεί να έχει την μορφή δυσκολιών στην μνήμη και την συγκέντρωση.

Παρά τις επιπτώσεις, η πανδημία επέφερε αρκετές θετικές αλλαγές στην καθημερινότητα μας και στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την ζωή. Ανταποκριθήκαμε στις αλλαγές αυτές υιοθετώντας νέες στάσεις. Ορισμένες από αυτές τις αλλαγές που προέκυψαν είναι:

  • Η υιοθέτηση και διεύρυνση εναλλακτικών τρόπων εργασίας και εκπαίδευσης με την βοήθεια που μας παρέχει η τεχνολογία
  • Η αξιοποίηση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης για σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους που μπορούσαμε να φανταστούμε (όπως είναι η παρακολούθηση μαθημάτων γυμναστικής, μαγειρικής, διαλογισμού και γιόγκα, καλλιτεχνικών προγραμμάτων και διάφορους άλλους εκπαιδευτικούς σκοπούς)
  • Καλλιεργήσαμε την φαντασία μας και διευρύναμε τις γνώσεις μας
  • Αφιερώσαμε ποιοτικό χρόνο στην οικογένεια μας και στους αγαπημένους μας
  • Φροντίσαμε τον εαυτό μας, επαναπροσδιορίσαμε τις αξίες μας και συνειδητοποιήσαμε ποιες είναι οι προτεραιότητες μας
  • Συμβιβαστήκαμε με την έννοια της απώλειας του ελέγχου. Συνειδητοποιήσαμε ότι υπάρχουν φορές που όποιες ενέργειες και να κάνουμε, δεν έχουμε τον πλήρη έλεγχο του περιβάλλοντός μας. Όσο περισσότερο προσπαθούμε να ελέγξουμε τα πάντα στο περιβάλλον μας, τόσο λιγότερο νιώθουμε ότι έχουμε τον έλεγχο. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε για να ανακτήσουμε την αίσθηση του ελέγχου, είναι να ελέγξουμε τον τρόπο που διαχειριζόμαστε την αλλαγή.

Η κοινωνική «κρίση» που βιώσαμε και συνεχίζουμε, επανεστίασε την ματιά μας στον εσωτερικό μας κόσμο, διατάραξε όχι μόνο την καθημερινότητά μας αλλά και τον τρόπο σκέψης μας. Και όπως κάθε κρίση και δυσκολία, αναμετρηθήκαμε με τους προσωπικούς μας «δαίμονες», τις επιλογές, τις προτεραιότητές μας και βγήκαμε πιο δυνατοί.

Σημείωση: H Βιβιάννα Κόμπουλη είναι ψυχολόγος με εξειδίκευση στην Κλινική Ψυχολογία