Σε προηγούμενο άρθρο μου με τον τίτλο «ΠΕΣ  ΤΑ  ΟΠΩΣ  ΣΕ ΒΟΛΕΥON», αναφέρθηκα σε δύο θέματα της πολιτικής επικαιρότητας, που δεν μου αφήνουν περιθώρια σιωπής, δηλαδή, α) στην υπόθεση Λιγνάδη που πραγματεύτηκα στο άρθρο  αυτό και β) στην υπόθεση Κουφοντίνα που θα αναλύσω στο παρόν άρθρο, παρά το γεγονός ότι «πέρασε και πήγε …» και πάντα σε σχέση με τη στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, των στελεχών της και της  νεολαίας της, όχι για να κάνω αντιπολίτευση στην αντιπολίτευση, αφού ούτε πολιτικός είμαι, ούτε και επαγγελματίας δημοσιογράφος-πολιτικός αναλυτής με αφεντικό, αλλά, όπως έγραψα και στο προηγούμενο άρθρο μου, για να διαμαρτυρηθώ επειδή με θεωρούν βλάκα, αμνήμονα , ντιπ ούφο, με αυτά που λένε και πράττουν, αυτοί στους οποίους εκάστοτε αναφέρομαι.

Ας θυμηθούμε λοιπόν ποια η υπόθεση Κουφοντίνα που μας ταλάνισε πρόσφατα, εν μέσω πανδημίας, καθώς και τι εστί Κουφοντίνας, σχετικά με το σεβασμό του στην ανθρώπινη ζωή και στα ανθρώπινα δικαιώματα.

Ο Κουφοντίνας είναι ένας τρομοκράτης, τελεσίδικα καταδικασμένος για τη δολοφονία 11 ανθρώπων. Ενδεικτικά θα αναφερθώ μόνο σε  δύο φόνους από αυτούς που διέπραξε, για να καταδείξω ποιος ο σεβασμός του  στο δικαίωμα της ζωής, όχι της δικής του για την οποία ζητά σεβασμό, αλλά, των άλλων ανθρώπων που τους αρνήθηκε το δικαίωμα στη ζωή.

  • Ήταν 24 Δεκεμβρίου 1984. Ο Χρήστος Μάτης ένας νέος 28 χρονών από την Ήπειρο, εργαζόταν σαν αστυφύλακας φρουρός σε υποκατάστημα ΕΤΕ Πετραλώνων. Τον πλησιάζει ο Κουφοντίνας με ένα κουτί ζαχαροπλαστείου, του φωνάζει χρόνια πολλά, Χρήστο,  και τον δολοφονεί εν ψυχρώ (παραμονή της γιορτής του) με το κρυμμένο στο κουτί περίστροφο, για να κάνει «απαλλοτρίωση» (ληστεία) η «17 Ν» στο ταμείο της Τράπεζας.
  • Ήταν 14 Ιουλίου 1992. Ο Θάνος Αξαρλιάν, 20χρονος φοιτητής, περπατούσε αμέριμνος στο Κέντρο της Αθήνας, γωνία Καραγεώργη Σερβίας & Νίκης, όταν έπεσε νεκρός από τα θραύσματα ρουκέτας που ρίχθηκε στη θωρακισμένη μερσεντές του τότε υπουργού Οικονομικών Ιωάννη Παλαιοκρασά. Ο Κουφοντίνας που πυροδότησε την ρουκέτα, χαρακτήρισε τη δολοφονία αυτή (σε βιβλίο που έχει γράψει) απλώς, ως «παράπλευρη απώλεια», πλην όμως, ο Βασίλης Τζωρτάτος, συναγωνιστής του Κουφοντίνα, με επιστολή του στην Ελευθεροτυπία το 2014 ανέφερε ότι : « η επίθεση κατά του τότε υπουργού Οικονομικών είχε αποφασισθεί με δύο βασικές προϋποθέσεις, πρώτον, ότι δεν θα υπήρχε κανείς τρίτος μέσα στο αμάξι του υπουργού και, δεύτερον, ότι δεν θα υπήρχαν πεζοί στα πεζοδρόμια της Νίκης προς Καραγιώργη Σερβίας. Την ημέρα που έγινε η ενέργεια υπήρχε κόσμος στο απέναντι πεζοδρόμιο, άρα έπρεπε και πάλι να ακυρωθεί η επίθεση» και συμπληρώνει : « ο Κουφοντίνας όμως είπε να το πατήσουμε σήμερα, για να τελειώνουμε. Με πιέζει η οικογένειά μου να φύγουμε για διακοπές». Και πάτησε το κουμπί !!!.

Αυτή είναι η εκτίμησή του για την αξία της ζωής των άλλων ανθρώπων. Μικρότερη ακόμη και από την γκρίνια για καθυστέρηση των διακοπών!.

Ποια είναι η υπόθεση Κουφοντίνα που μας ταλάνισε με τις διαδηλώσεις στην Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Πάτρα και προκάλεσε τις δηλώσεις στελεχών κομμάτων με αναρτήσεις στο διαδίκτυο και συνεντεύξεις, κατά της Κυβέρνησης, για παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ενός καταδίκου και προσβολή της Δημοκρατίας !!

Ο Κουφοντίνας εξέτιε την ποινή της ισόβιας κάθειρξης στις αγροτικές φυλακές του Βόλου (Κασσαβέτειας), όπου είχε μεταταχθεί από τις φυλακές Κορυδαλλού, χάρις προνομιακής μεταχείρισης από την προηγούμενη κυβέρνηση. Σύμφωνα με το πλαίσιο του νέου νόμου, που ψηφίστηκε τον Δεκέμβριο του 2020, δεν μπορούν να εκτίουν την ποινή τους στις αγροτικές φυλακές οι καταδικασμένοι για τρομοκρατία. Έτσι, αποφασίστηκε από τα αρμόδια όργανα του υπουργείου Δικαιοσύνης η μεταγωγή του Κουφοντίνα από τις αγροτικές φυλακές στις φυλακές του Δομοκού. Στις 8 Ιανουαρίου ο Κουφοντίνας ξεκίνησε απεργία πείνας διαμαρτυρόμενος για τη μεταγωγή του στον Δομοκό, ισχυριζόμενος ότι σύμφωνα με ισχύοντα νόμο, έπρεπε να μεταφερθεί εκεί από όπου είχε μεταταχθεί για τις αγροτικές φυλακές, δηλαδή στον Κορυδαλλό. Όμως οι φυλακές Κορυδαλλού, με νόμο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, έχουν μετατραπεί  σε φυλακή υποδίκων, δηλαδή, προφυλακισμένων, εκείνων που κατηγορούνται για εγκλήματα και πρόκειται να δικαστούν και όχι των ήδη καταδικασμένων, όπως ο Κουφοντίνας.

Για να εκβιάσει το Κράτος και να πετύχει μια βολική για τον ίδιο μεταγωγή, εργαλειοποίησε τον εαυτόν του, απειλώντας τη ζωή του με την απεργία  πείνας. Σεβαστείτε τη ζωή μου και πηγαίνετέ με στις φυλακές του Κορυδαλλού, απειλεί! 

Σε μια ευνομούμενη πολιτεία, βεβαίως, ακόμη και οι εγκληματίες έχουν δικαιώματα. Τούτο σημαίνει πως μέχρι να προκύψουν τελεσίδικες αποφάσεις της δικαιοσύνης υπάρχει το τεκμήριο της αθωότητας. Σημαίνει επίσης πως οι τιμωρίες που επιβάλλονται ακόμη και για τα πλέον ειδεχθή εγκλήματα κινούνται εντός των ορίων του ανθρωπισμού και της αξιοπρέπειας που επιτάσσει το ιστορικό επίπεδο ενός πολιτισμού και σε αυτά τα πλαίσια καταργήθηκε στη χώρα μας η θανατική ποινή.  Καμιά όμως πτυχή του κράτους δικαίου δεν ορίζει πως κάποιος που είναι καταδικασμένος αμετάκλητα για ειδεχθή εγκλήματα μπορεί να επιλέγει σε ποια φυλακή και με ποιους όρους θα εκτίει την ποινή του.

Όμως, η αξιωματική αντιπολίτευση, ούτε λίγο ούτε πολύ, ανέλαβε την τύχη του ισοβίτη δολοφόνου και απεργού πείνας και κατάγγειλε την κυβέρνηση διότι δεν αποδεχόταν τα αιτήματά του.

Ο κ. Τσίπρας, με ανάρτησή του στις 27 Φεβρουαρίου, έσπευσε να υιοθετήσει τον Κουφοντίνα και τα αιτήματά του και συνέστησε στην κυβέρνηση να δεχθεί το αίτημα του, δηλαδή, να παραβιάσει την έννομη τάξη.

Η Νεολαία και αρκετές τοπικές οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ καλούσαν σε συμμετοχή σε πορείες ανά τη χώρα, χωρίς να υπάρχει καμία κεντρική διαφοροποίηση από μέρους της Κουμουνδούρου.

Ο βουλευτής και κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ Θεόδωρος Δρίτσας, πρώην υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας,  σε δηλώσεις του ισχυρίστηκε πως,   «η ‘’17Ν’’ δεν τρομοκράτησε κανέναν» και πως, «για κάποιους λόγους, τους οποίους ο καθένας μπορεί να αξιολογήσει όπως θέλει, τα περισσότερα θύματα της δράσης της ‘’17 Νοέμβρη”, είτε εκδότες, είτε πολιτικά πρόσωπα, είτε οτιδήποτε άλλο –αν και ο Μπακογιάννης δεν μπορεί να χαρακτηριστεί δεξιός– ανήκαν σε αυτή την πολιτική παράταξη, επομένως μπορώ να καταλάβω ένα θυμό, μια αγανάκτηση».

Η ουσία των δηλώσεων αυτών του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Θεόδωρου Δρίτσα ήταν ότι, εφόσον τα τρομοκρατικά χτυπήματα και οι δολοφονίες δεν είχαν ως στόχο τον δικό του πολιτικό χώρο, δεν υπήρχε ζήτημα τρομοκράτησης. Αν δολοφονούνταν οι δεξιοί, δεν χάλασε ο κόσμος.

Η συνήγορος του Δημήτρη Κουφοντίνα δήλωσε πως ο χαρακτηρισμός του ως δολοφόνου από τους συγγενείς των θυμάτων του είναι υβριστικός, εννοώντας προφανώς πως δεν υπήρχε δόλος για την αφαίρεση της ζωής των ανθρώπων που εκτέλεσε αυτός. Ήταν δηλαδή «εκτελεστής». Δεν μας είπε όμως ποιο θεσμικό δικαιοδοτικό όργανο της συντεταγμένης Πολιτείας μας καταδίκασε σε θάνατο τους ανθρώπους αυτούς.

Κάποιοι αφελείς πίστεψαν ότι η απεργία πείνας του Δημήτρη Κουφοντίνα είναι ένα ανθρωπιστικό ζήτημα. Ότι σκοτεινές δυνάμεις τού στερούν το δικαίωμά του να επιλέξει τη φυλακή του, αρνούνται να εφαρμόσουν έναν τάχα ξεκάθαρο νόμο υπέρ του αιτήματός του, θέλουν να τον δουν νεκρό και να πλήξουν το κράτος δικαίου.

Άλλοι ισχυρίζονται ότι δεν τους απασχολεί ως πρόσωπο ο Κουφοντίνας, αλλά η παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ενός καταδίκου! Μα ποια ανθρώπινα δικαιώματα; Εφόσον τα αρνιόταν ο ίδιος στον εαυτό του, μη ακολουθώντας τις απαιτούμενες διαδικασίες για να υποβάλλει το αίτημά του, μη δίνοντας την παραμικρή σημασία στα προβλεπόμενα από τον νόμο και εκβιάζοντας ετσιθελικά!

Κάποιοι άλλοι μιλούν για προσβολή της Δημοκρατίας! Ποια προσβολή, ποιας Δημοκρατίας; Ποια Δημοκρατική Πολιτεία θα δέχονταν ποτέ να υποκύψει σ’ έναν ωμό εκβιασμό; Εάν ήταν στην θέση του συγκεκριμένου δολοφόνου οποιοσδήποτε άλλος εγκληματίας, θα ικανοποιείτο αίτημά του χωρίς να ακολουθηθούν οι πρέπουσες διαδικασίες; Φυσικά όχι!

O Κουφοντίνας είναι εκείνος που αδιαφορεί και προσβάλλει το κράτος Δικαίου με την περιφρόνηση που δείχνει στον θεσμό της Δικαιοσύνης!  Θα φανταζόσαστε πιστεύω αγαπητοί φίλοι  αναγνώστες, τι θα έκαναν και έλεγαν όλοι οι παραπάνω υποστηρικτές του Κουφοντίνα, εάν έκαναν απεργία πείνας,  με το ίδιο αίτημα του Κουφοντίνα, ο αστυνομικός που σκότωσε τον Γρηγορόπουλο ή ο χρυσαυγήτης που σκότωσε τον Φύσα.

Ο Δημήτρης Κουφοντίνας  σταμάτησε την απεργία πείνας του, έχοντας ξεπεράσει τις 65 ημέρες, αποτυγχάνοντας να πετύχει μια βολική για τον ίδιο μεταγωγή, αφού η κυβέρνηση δεν υποχώρησε στον εκβιασμό του να επιλέξει σε ποια φυλακή και υπό ποιες συνθήκες θα υπαχθεί. Επίσης, η κυβέρνηση δεν υπάκουσε στα κελεύσματα διαφόρων που απειλούσαν ότι,  εάν δεν φανεί «μεγάθυμη» και ικανοποιήσει το αίτημα του Κουφοντίνα, θα συμβεί κοινωνική διαταραχή, στην περίπτωση που αυτός πεθάνει.

Η στάση της  κυβέρνησης στο ζήτημα αυτό ήταν μια κίνηση νομικής βάσης που είχε, την ίδια ώρα, και ευρεία κοινωνική αποδοχή, καθώς η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών δεν ήθελε να υπαναχωρήσει η οργανωμένη πολιτεία, όπως προέκυπτε από διαδοχικές, διαφορετικές δημοσκοπήσεις.

ΑΝΔΡΕΑΣ  Γ.  ΜΕΝΙΔΙΑΤΗΣ

επιτ. δικηγόρος