Πώς, όμως, μπορεί να στηριχθεί ουσιαστικά ο Έλληνας παραγωγός και να αναδειχθεί η αξία των προϊόντων του;  Οι απαντήσεις δίνονται σε κείμενο που προέκυψε από συζήτηση του εκδότη της «ΑΙΧΜΗΣ» Αντώνη Υψηλάντη με τον συμπολίτη καθηγητή πληροφορικής Δημήτρη Χατζόπουλο

Το ελληνικό ελαιόλαδο και η βρώσιμη ελιά αποτελούν εθνικό πλούτο και σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα για τη χώρα μας. Πώς, όμως, μπορεί να στηριχθεί ουσιαστικά ο Έλληνας παραγωγός και να αναδειχθεί η αξία των προϊόντων του;

Στο θέμα αυτό εστιάζει η συζήτηση του εκδότη της «ΑΙΧΜΗΣ» Αντώνη Υψηλάντη, με τον συμπολίτη καθηγητή πληροφορικής Δημήτρη Χατζόπουλο, από την οποία προέκυψε το παρακάτω κείμενο.

Τι αναφέρεται αναλυτικά

Στο σύγχρονο κόσμο, ο ανταγωνισμός στην παραγωγή και την εμπορία προϊόντων γίνεται ολοένα και πιο έντονος. Η Ελλάδα, θα πρέπει να αναγνωρίσει και να αξιοποιήσει τα διάφορα συγκριτικά πλεονεκτήματα που διαθέτει. Από τα σημαντικότερα από αυτά, είναι αναμφισβήτητα το ελληνικό ελαιόλαδο καθώς και η βρώσιμη ελιά, δυο προϊόντα με βαθιές ιστορικές ρίζες, διαχρονική αξία και διεθνή αναγνώριση για την ποιότητά τους.

Σε αντίθεση με πολλά άλλα προϊόντα που μπορούν να παραχθούν σε πολλά μέρη στον κόσμο, η ελαιοπαραγωγή απαιτεί συγκεκριμένες κλιματολογικές και εδαφικές συνθήκες.

Η Ελλάδα, χάρη στο κλίμα, τη γεωγραφία και τη μακραίωνη παράδοσή της στην καλλιέργεια της ελιάς, διαθέτει ένα σημαντικό φυσικό και πολιτιστικό πλεονέκτημα. Η ελιά δεν αποτελεί απλώς μια καλλιέργεια για τη χώρα μας αλλά αποτελεί μέρος της ιστορίας, της διατροφής, της παράδοσης και της ταυτότητάς μας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Για τον λόγο αυτό, η ελληνική ελαιοπαραγωγή πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένας πολύτιμος εθνικός πόρος που αξίζει ουσιαστική και μακροπρόθεσμη στήριξη.

Οι Έλληνες παραγωγοί αντιμετωπίζουν προβλήματα. Το κόστος της παραγωγής είναι μεγάλο ενώ οι τιμές στην αγορά για τον παραγωγό είναι τέτοιες, που όχι μόνο δεν κάνουν συμφέρουσα την ενασχόληση με την καλλιέργεια της ελιάς και την παραγωγή ελαιόλαδου αλλά δυσκολεύουν την όποια βιωσιμότητα της. (Ειδικότερα κατά την εποχή του ελαιομαζώματος, δεν υπάρχουν «χέρια» ενώ όσα υπάρχουν απαιτούν ακριβά μεροκάματα – τα οποία βέβαια δικαιολογούνται ως ένα βαθμό στην εποχή μας, αφού το κόστος ζωής έχει αυξηθεί, και αυτό σε συνδυασμό με τις χαμηλές τιμές του ελαιολάδου, «γονατίζει» τον παραγωγό. )

Οι Έλληνες παραγωγοί χρειάζονται βοήθεια και υποστήριξη για όλα αυτά που αναφέρθηκαν και καλύτερες δυνατότητες προώθησης των προϊόντων τους. Παράλληλα, είναι σημαντικό να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στην τυποποίηση, στην ανάδειξη της ελληνικής προέλευσης και στην προστασία της ποιότητας και της αυθεντικότητας του ελληνικού ελαιόλαδου και της βρώσιμης ελιάς. Δεν αρκεί να παράγουμε ένα εξαιρετικό προϊόν αλλά πρέπει να μπορούμε να το προωθούμε σωστά, να αναδεικνύουμε την αξία του και να εξασφαλίζουμε ότι αυτή η αξία επιστρέφει στους ανθρώπους που πραγματικά μοχθούν για την παραγωγή του.

Η ενίσχυση της ελαιοπαραγωγής σημαίνει, επίσης, στήριξη της ελληνικής περιφέρειας, διατήρηση της αγροτικής μας παράδοσης, δημιουργία θέσεων εργασίας και ενδυνάμωση της εθνικής οικονομίας. Σε μια εποχή που η επισιτιστική επάρκεια, η ποιότητα των τροφίμων και η αξιοποίηση των εγχώριων παραγωγικών δυνατοτήτων αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη σημασία, θα είναι μεγάλο λάθος να αφήνουμε έναν τόσο σημαντικό τομέα, χωρίς την απαιτούμενη στήριξη.

Το συμπέρασμα που εύκολα μπορεί να καταλήξει κάποιος είναι το εξής: «Σε έναν κόσμο όπου σχεδόν τα πάντα ανταγωνίζονται τα πάντα, η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να υποτιμά τα προϊόντα στα οποία διαθέτει πραγματικό πλεονέκτημα. Και το ελληνικό ελαιόλαδο είναι ένα από αυτά.»