Οι δεκάδες πυρκαγιές που ξέσπασαν μέσα στο Σαββατοκύριακο σε όλη τη χώρα, 68 μέσα σε ένα 24ωρο, προμηνύουν ένα ακόμα δύσκολο καλοκαίρι για τα δάση και τον λαό και ενώ έχουν ήδη προηγηθεί ανυπολόγιστες καταστροφές από την αρχή της αντιπυρικής περιόδου, όπως αυτή στα Γεράνεια Ορη.

Αποδεικνύεται για άλλη μια φορά το πόση αξία έχουν τα «παχιά λόγια» της σημερινής και όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων περί «ετοιμότητας του κρατικού μηχανισμού», «νέων επιχειρησιακών σχεδίων», «αναβάθμισης της πολιτικής προστασίας» κ.ο.κ., που έχουν γίνει «ψωμοτύρι», ειδικά μετά την τραγωδία στο Μάτι.

Τι έκαναν αρχικά ο ΣΥΡΙΖΑ και κατόπιν η ΝΔ; «Αναδιάρθρωσαν ριζικά» την πολιτική προστασία, τάχα για να γίνει πιο αποτελεσματική η διαχείριση φυσικών καταστροφών. Στην πραγματικότητα, όμως, η «αναβάθμιση» αφορούσε προσαρμογές στα ΝΑΤΟικά πρότυπα, για τη διαχείριση «κρίσεων» όχι μόνο από φυσικές καταστροφές.

Τι άλλο έκαναν; Σε συνέχεια των παραπάνω και με ομπρέλα το «Εθνικό Σύστημα Διαχείρισης Εκτάκτων Αναγκών», αναβάθμισαν το ρόλο ΜΚΟ και ιδιωτών στην πυρόσβεση, αντί να ενισχύσουν ουσιαστικά με προσωπικό και μέσα το Πυροσβεστικό Σώμα. Οι συνέπειες είναι ήδη ορατές.

Άλλοθι για την αποδυνάμωση της πρόληψης και για την παραπέρα μείωση της κρατικής χρηματοδότησης στις αρμόδιες υπηρεσίες αποτελούν και οι πολυδιαφημισμένοι μηχανισμοί της υποτιθέμενης «αλληλοβοήθειας» μεταξύ των κρατών – μελών της ΕΕ, όπως το «rescEU».

Αντί για επάρκεια μέσων και προσωπικού, τα κράτη μοιράζονται μεταξύ τους τα υπάρχοντα πυροσβεστικά μέσα, με το αζημίωτο και με την προϋπόθεση ότι αυτά θα είναι διαθέσιμα όταν προκύψει ανάγκη, πράγμα που έχει ήδη στοιχίσει σε καταστροφές, εξαιτίας μεγάλων καθυστερήσεων στην αποστολή εναέριων πυροσβεστικών μέσων από άλλες χώρες της ΕΕ.

Οι πυρκαγιές που επαναλαμβάνονται με τεράστιες ζημιές χρόνο με το χρόνο, δείχνουν πως ο ένοχος δεν είναι άλλος από την πολιτική που βάζει τις ανάγκες του λαού και την προστασία του περιβάλλοντος στο ζύγι του κόστους – οφέλους για το κεφάλαιο και το κράτος του. Κι αυτό δεν μπορεί να κρυφτεί, όση στάχτη κι αν σκορπίσουν περί «ακραίων καιρικών φαινομένων» εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής, ή περί «ανθρώπινης αμέλειας» και άλλα παρόμοια.

Κάτω από τα αποκαΐδια αυτής της πολιτικής διακρίνει κανείς τη ρίζα του προβλήματος: Τη γη – εμπόρευμα, που η κάθε είδους επιχειρηματική χρήση της κατοχυρώνεται με ένα ολόκληρο νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο θωρακίζεται διαρκώς όλα αυτά τα χρόνια, από την «τακτοποίηση» των αυθαιρέτων και τις «οικιστικές πυκνώσεις» έως τις κάθε είδους «διευκολύνσεις» για τη χωροθέτηση μεγάλων τουριστικών μονάδων.

Και βέβαια, με τον ενεργειακό σχεδιασμό που σπέρνει ΑΠΕ μέχρι και στην καρδιά των περιοχών «Natura», μετατρέποντας ολόκληρα βουνά και οικότοπους σε «κρανίου τόπο»!

Αυτή η πολιτική έχει ως «φυσική προέκταση» τη σταθερή υποχρηματοδότηση της Πυροσβεστικής, την αποψίλωση της δασικής υπηρεσίας από αρμοδιότητες, κονδύλια και προσωπικό, την απουσία σχεδιασμού από το κράτος για την ουσιαστική προστασία του φυσικού πλούτου, της ανθρώπινης περιουσίας και ζωής, με τις αναγκαίες υπηρεσίες, πόρους και μέσα. Ολα ανάγονται στην ατομική ευθύνη, όπως έγινε ακόμα και στο Μάτι, στην Κινέττα ή και στη Μάντρα με τις φονικές πλημμύρες.

Είναι χαρακτηριστικό ότι από τα συνολικά 17,7 εκατομμύρια ευρώ που ζητούσαν για φέτος τα δασαρχεία όλης της χώρας για τα απολύτως στοιχειώδη έργα αντιπυρικής θωράκισης, η κυβέρνηση πίστωσε μόλις 1,7 εκατ. ευρώ για όλη την Ελλάδα!

Να λοιπόν ποιος είναι ο «εμπρηστικός μηχανισμός» που βρίσκουν τα λαϊκά στρώματα στα απομεινάρια των κάθε είδους καταστροφών: Το καπιταλιστικό κέρδος και τα όσα αυτό προκαλεί, το αστικό κράτος που το υπηρετεί, από την κυβέρνηση και τα υπουργεία μέχρι την περιφερειακή και την τοπική διοίκηση.

Αυτόν τον «μηχανισμό» χρειάζεται να σημαδέψει ο λαός, παλεύοντας να καταργηθούν οι αντιδασικοί νόμοι, να ενισχυθεί με ευθύνη του κράτους η δασοπροστασία και η δασοπυρόσβεση. Προϋπόθεση για να τον «εξουδετερώσει» είναι η πάλη του να συνδεθεί με τον αγώνα για να αναδειχτεί και να αξιοποιηθεί ο φυσικός πλούτος με κριτήριο τις λαϊκές ανάγκες και όχι τα κέρδη μιας χούφτας μονοπωλιακών ομίλων που κάνουν μπίζνες σε βάρος του περιβάλλοντος και του λαού, να γίνει η γη κοινωνική ιδιοκτησία, να απαγορευτεί σ’ αυτήν κάθε επιχειρηματική δράση.