Το τέλος του Οδυσσέα Ανδρούτσου… Γράφει η Αρχαιολόγος Βασιλική Κουτσουμπού 

Ο Θρήνος ή αλλιώς γόος αποτελεί έκφραση μιας οδύνης κι αβάσταγου πόνου  όπως αυτά αναβλύζουν  από  τις πιο απόκρυφες πτυχές του συναισθηματικού κόσμου, όπου χθόνιες εκφάνσεις της απώλειας με την έννοια της γήινης και καθαρά ανθρώπινης υπόστασης λαμβάνουν τόπο στην δημοτική μας ποίηση και παράδοση. Ήδη ο Ομηρικός κόσμος περιβάλλει ήθη και έθιμα που πλαισιώνουν την έννοια του πένθους και της έκφρασής του μέσα στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Το μοιρολόι έρχεται να δώσει σάρκα και οστά στο ανείπωτο, καθώς εμπεριέχοντας στην μορφή του την έννοια της Μοίρας οδύρεται για την φθίνουσα πορεία του ανθρώπου.

Η Ανδρομάχη, γυναίκα του Έκτορα, στη ραψωδία[1]  Ω της Ιλιάδας αφού πλέον έχουν παραλάβει το νεκρό σώμα του ανδρός της, από μια σειρά γυναικών, πριν αδράξουν το μοιρολόι, πρώτη παίρνει τον λόγο και ξεκινά τον θρήνο τονίζοντας τα αδικοχαμένα νιάτα του Έκτορα.

Ο τρόπος αυτής της ομηρικής έκφρασης πένθους επιβιώνει στη δημοτική μας παράδοση όπου σειρά από τραγούδια πλαισιώνουν το λεγόμενο μοιρολόι. Με αφετηρία ένα δημοτικό άσμα με τίτλο «Ανδρούτσαινα» σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να παρουσιάσει τα ποιοτικά εκείνα γνωρίσματα του μοιρολογιού, όπως αυτό εγκολπώνεται στην ποίηση.

Οι στίχοι ακολουθούν ως εξής:

Σηκώνομαι ο μαύρος μια χαραυγή – μια χαραυγή, δυο ώρες να ξημερώσει

Κι άκουσα πετροπέρδικα ..

Κι άκουσα πετροπέρδικα που γλυκοκελαδούσε

Κι άκουσα την Ανδρούτσαινα

Κι άκουσα την Ανδρούτσαινα όπου μοιρολογούσε.

Σαν την τρυγόνα θλίβεται, σαν το παπί μαδιέται

Δεν στο πα εγώ Δυσσέα μου.

Δεν στο ΄πα εγώ παιδί μου, να μην πιαστείς με τη Βουλή

Με τους καλαμαράδες… ΄

Το ιστορικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο εδράζουν οι στίχοι του δημοτικού αυτού άσματος πλαισιώνει το μαρτυρικό τέλος της ζωής του ήρωα Οδυσσέα Ανδρούτσου και τη δολοφονία του καθώς ήταν φυλακισμένος και πρωθύστερα επικηρυγμένος από την Ελληνική Κυβέρνηση,  στον Ενετικό Πύργο στην Ακρόπολη των Αθηνών. Σύμφωνα με την Μενελαϊδου, «ήταν περασμένα μεσάνυχτα της 4ης προς την 5η Ιουνίου του 1825 όταν ο Κώστας Καλατζής από τη Λιβαδειά, που είχε βάρδια στον Γουλά, είδε να πλησιάζουν τέσσερις αρματωμένοι άνδρες, ο Τριανταφυλλίνας, ο Παπακώστας Τζαμάλας, ο Μαμούρης  και ο Μπαλαούλιας από τα Σάλωνα[2]».

Τα τελευταία λόγια του Ανδρούτσου ήταν ως εξής : «ορέ ξέρω καλά ποιος σας έστειλε εσάς εδώ και γιατί ήρθατε τέτοια ώρα εδώ μέσα. Δε με λύνετε τ΄όνα μ ΄χέρι να σας δείξω ποιος είμαι και πώς με λένε. Αυτές εδώ τις σαπιοκοιλιές δεν τις συνερίζουμε, μα συ ρε Γιάννη γιατί; ». Αυτό το γιατί ήταν η ύστατη έκφραση του ήρωα. Ακολούθησε άγρια πάλη κι ενώ τον εξουδετέρωσαν χτυπώντας τον με τέχνασμα ώστε να μην φανεί ότι τον σκότωσαν τον έδεσαν σε ένα σχοινί και τον άφησαν να πέσει από τον πύργο ώστε να δηλώνεται ότι πήγε τάχα να δραπετεύσει.

Στη συλλογική μνήμη, όμως, ο ήρωας Οδυσσέας Ανδρούτσος έμεινε ως ο ήρωας στο Χάνι της Γραβιάς, όπως δηλώνει και το ποίημα του Αλέξανδρου Σούτσου για τον «Μακεδόνα Αγωνιστή του 21΄» όπου στους στίχους του ξεδιπλώνει και λέει: «έλαβα πληγές, αυτήν στο Δραγατσάνι και τούτες στην Αράχοβα και στης Γραβιάς το Χάνι».

Με αφορμή λοιπόν το μοιρολόι της μητέρας του Οδυσσέα ας αγγίξουμε την ευαίσθητη χορδή του θρήνου για τον ήρωα. Οι στίχοι του άσματος που επιλέχθηκε εδράζουν σε ελεύθερο ρυθμό και είναι γραμμένο σε πλάγιο πρώτο. Ο Πλάγιος πρώτος της Βυζαντινής μουσικής είναι ως επί το πλείστο θρηνώδης ήχος και αξίζει να αναφερθεί ότι είναι ο ήχος πάνω στον οποίο ψάλλονται οι δύο πρώτες στάσεις των εγκωμίων της Μ. Παρασκευής.

Ο πρώτος στίχος μας εισάγει στον χρόνο. Ο αφηγητής ξυπνά την χαραυγή λίγες ώρες πριν ξημερώσει. Τότε ακούει πετροπέρδικα και αμέσως στον δεύτερο στίχο εισάγεται η μάνα του Ανδρούτσου να ταυτίζεται με την πετροπέρδικα που κελαηδάει.

Η Ανδρούτσαινα  ξεκινά το μοιρολόι. Αυτός όμως είναι και ο χρόνος που λαμβάνει τόπο και το   μοιρολόι, σύμφωνα με τον Βασίλειο Σαμπατακάκη από το university Lunds στην αναφορά του στο θρήνο στο δημοτικό τραγούδι,  όπου υποστηρίζεται ότι το μοιρολόι ξεκινούσε όταν γλυκοχάραζε κατά τις έξι το πρωί . Την ίδια όμως ώρα, σύμφωνα με τις έρευνες στην ορνιθολογία,   αρχίζει και η πετροπέρδικα να κελαηδά.

Η φύση, λοιπόν, φαίνεται να μετέχει και να συνοδεύει τον ανθρώπινο πόνο στην εκδίπλωση της έκφρασής του. Αυτό το ιδίωμα απαντά στον Όμηρο όπου για παράδειγμα στην Ραψωδία Ρ της Ιλιάδας[5]  τα άλογα κλαίνε και θρηνούν τον νεκρό τους ηνίοχο.

Ξεκινά λοιπόν ο γόος της Ανδρούτσαινας, η οποία θλίβεται σαν την τρυγόνα και μαδιέται σαν παπί. Στο πρόσωπο της μάνας βλέπουμε μια αρχαία θρηνωδό, η οποία ολοφύρεται και σπαράζει από πόνο τον οποίο διοχετεύει στο ίδιο της το σώμα καθώς τραβά τα μαλλιά της.

Στον πέμπτο στίχο ακούμε το μεγάλο παράπονο της μάνας. Η τρυφερή της φύση ξεκουμπώνει στον συμβουλευτικό της χαρακτήρα κι ακούμε την ίδια να λέει: δεν στο είπα εγώ Οδυσσέα μου δεν στο είπα εγώ παιδί μου να μην πιαστείς με την Βουλή, με τους καλαμαράδες. Το γλυκό αυτό παράπονο εκφράζει, όμως, και τη συλλογική έκφραση του λαού που μαρτυρά την άγρια δολοφονία του ήρωος από τους πολιτικούς του αντιπάλους.

Και βάφθηκε η Ακρόπολη κόκκινη διαπράττοντας άγος, μίασμα διότι, σύμφωνα με τον αρχαίο νόμο, δεν επιτρέπονταν είτε να γεννηθεί είτε να πεθάνει κανείς σε τόπο ιερό.

Κι, όμως, εκεί εν αγνοία του ο Ανδρούτσος έπεφτε ικέτης του Θεού και ζητούσε άσυλο η ψυχή του. Όμως ο εκβαρβαρισμός των πολιτικών του αντιπάλων εκεί όπου η αισχροκέρδεια και το μίσος , η αγριότητα των παθών δεν επέτρεψαν ποτέ στον ήρωα να εκδικαστεί και να προασπίσει τον εαυτό του. Άραγε αυτό δεν είναι ο φθόνος;  Και θλίβεται η Ανδρούτσαινα σαν την τρυγόνα, σαν το παπί μαδιέται…

Εκ μέρους του ΣΦΒΠΜΜ

Το μέλος του ΔΣ

Κουτσουμπού Βασιλική

 Αρχαιολόγος- ποιήτρια.