Με άχρονη περιβολή, η ψυχή περπατούσε ήρεμη και γαλήνια πάνω στο υγρό στοιχείο, πολύ πριν εμφανιστεί το φως και τα όντα πάνω στη γη.

Σιωπηλή, χαιρόταν την κατάσταση στην οποία ευρισκόταν.

Το υγρό στοιχείο όμως, αναταράχτηκε και πρόδωσε τις προθέσεις.

Έτσι η ψυχή, από το σκότος, έπρεπε να εισέλθει στο φως και να διαμοιράσει, με σοφία την ενεργειακή της δύναμη, πάνω στα φυτά, στα ζώα και στον άνθρωπο.

Όταν ο άνθρωπος, με την ελεύθερη βούληση που του δόθηκε, επιβλήθηκε και εξουσίασε τη φύση και τα ζώα, οργανώθηκε με μέταλλα, που τον έκαναν εξουσιαστή και του εαυτού του αλλά και σε ότι τον περιβάλλει.

Η ψυχή, που δεν μπόρεσε να ισορροπήσει σε δυνάμεις του μαύρου, σιδηροδέσμια, παρατηρούσε τα τεκταινόμενα του ανθρώπινου γένους.

Άλλοτε τον θαύμαζε για τα μεγαλεία του πνεύματος του και άλλοτε βαρυγκωμούσε για τη δυσοσμία των σκέψεων του, που έφερναν μονάχα τον όλεθρο και τη καταστροφή.

Η ψυχή κομματιάστηκε και χάθηκε, στο βωμό της αμφισβήτησης αλλά κυρίως στην έλλειψη πίστης. Και κάπου εκεί γεννήθηκε η ιδέα του θεάτρου. Ιδέα ελληνική, που συσσώρευσε τα ακούσματα της φύσης και τα μετουσίωσε δια μέσου του ανθρώπου στην ύψιστη ιδέα και τέχνη της υποκριτικής. Μιας τέχνης, πολύ σημαντική, σχεδόν θεραπευτική θα λέγαμε για να διατηρηθεί η ισορροπία στον άνθρωπο, που την έχει  τόσο ανάγκη, σε όλα τα επίπεδα.

Η ψυχή φόρεσε μάσκες, ντύθηκε ανάλογα και πίσω από το θεατρικό προσωπείο, με το «γέλα παλιάτσο» και «ηθοποιός σημαίνει φως», προσπάθησε να διασώσει τα διασκορπισμένα κομμάτια της, με το να συγκινήσει, να ευθυμήσει, και να προβληματίσει έτσι ώστε να ανυψωθεί, όπως της αρμόζει, από το λόγο, τη μουσική, το χορό και το  χειροκρότημα.

Με τον λόγο, να της επιστήσει την προσοχή, με τη μουσική, να την κατευνάσει από τον πόνο που της προκλήθηκε, με τον χορό, να την επανεκκινήσει, και με το χειροκρότημα, να την επιβραβεύσει.

«Έστιν ουν τραγωδία, μίμηση πράξεως σπουδαίας και τελείας…» όρισαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι για να το παντρέψουν με το «έρωτα ανίκατε μάχαν…».

Τέσσερις επιφανείς. Έκαστος στο είδος του, αποτύπωσαν με τον καλύτερο τρόπο την ιστορία του Σίσυφου και του έδωσαν στο σανίδι, διάφορες μορφές. Αισχύλος. Σοφοκλής. Ευριπίδης. Αριστοφάνης. Από την κωμωδία στο δράμα. Και από το δράμα στην κωμωδία. Και οι τέσσερις αυτοί επιφανείς, δίδαξαν και εξακολουθούν να διδάσκουν ως τις μέρες μας, τη διττή φύση του ανθρώπου. Από την τελειότητα στην καταστροφή και το αντίθετο.

Αυτό υποστήριξαν οι Αρχέγονοι του θεάτρου και αυτό μετέδωσαν, με τα κείμενα τους στο παγκόσμιο κοινό. Γιατί αυτό πίστευαν για τον άνθρωπο. Ότι είναι γεννημένος  για τα μεγάλα και τα σπουδαία, αλλά αν χαθεί το μέτρο και αναδυθεί και επικρατήσει η αρχομανία, πρέπει να προετοιμαστεί για το χειρότερο.

Στο σανίδι παρέλασαν ιστορίες για την Μήδεια, την Αντιγόνη, τον Οιδίποδα, αλλά και ιστορίες για τον Αντώνιο, την Κλεοπάτρα, το Ρωμαίο και Ιουλιέττα κ.α.

Έργα κλασσικά!  Έργα πνοής, άξιου λόγου, που αποδόθηκαν με χάρη στο θέατρο, με τον έρωτα ως πρωταγωνιστή, να κυριαρχεί στη σκηνή αλλά και για αγγέλους και άλλους δαίμονες, με τον από μηχανής θεό, να έρχεται, για να διασώσει τη ψυχή.

Το Ελληνικό θέατρο που ξέρει να μεταλαμπαδεύει το πνευματικό φως σε όσους το υποστηρίζουν και το πιστεύουν, τις τελευταίες μέρες δυστυχώς, χτυπήθηκε, λοιδορήθηκε, και σταυρώθηκε από τους τηλεοπτικούς και μη, Πόντιους Πιλάτους.

Η υποκριτική τέχνη αντικαταστάθηκε από την υποκρισία, και τώρα λογοδοτούν,  έκπτωτοι άγγελοι, στο θεό του φόβου, έχοντας πάρει κι άλλους μαζί, στα σκοτεινά μονοπάτια τους, για να γενικευθεί ο φόβος και η ανασφάλεια, μέσα από την επιβολή, την ισχύ, τις ύβρεις και τις σαρκικές απολαύσεις.

Το ελληνικό όμως θέατρο, ευτυχώς, είναι τόσο υψηλά θωρακισμένο, που δεν αμαύρωσε την εικόνα του.

Και ας χτυπήθηκαν δίκαια ορισμένοι εκπρόσωποι του. Απεναντίας μπόρεσε, ανέδειξε και τιμώρησε τα πήλινα φθαρτά ινδάλματα, που ο κόσμος ανέβασε. Το μερίδιο ευθύνης αποδίδεται σε όλους. Άλλωστε έχει ειπωθεί. Πως… ότι λάμπει, δεν είναι πάντα χρυσός.

Το θέατρο, καταμαρτυρά την αλήθεια και ξέρει να διδάσκει τις αξίες της ζωής, όπου μέσω τις μιμητικής πράξης, ξεδιψάει τη ψυχή που έχασε το δρόμο της.

Τα θεατρικά κείμενα φανερώνουν την διάνοια πεφωτισμένων ανθρώπων και όχι να θεωρούνται απαραίτητα πεφωτισμένοι, εκείνοι που τα απαγγέλουν, θέτοντας τους εαυτούς τους ως διανοούμενους, επειδή απλά τα ερμηνεύουν και τα αναδεικνύουν επί σκηνής, λέγοντας με θράσος και έπαρση από τις ανομίες τους, ότι θα κριθούν από την ιστορία.

Η ιστορία είναι προδιαγεγραμμένη για το καθένα μας, πολύ πριν καταπιαστεί η ιστορία με μας, από το πρώτο κιόλας κλάμα της γέννησης μας.

Η έπαρση δεν χρειάζεται στη πτώση. Αλλά η συναίσθηση του τι έχω διαπράξει. Αν δεν το δουν αυτό έγκαιρα, οι άνθρωποι του θεάτρου, πριν δημιουργήσουν κακό, ο βασιλιάς θα συνεχίζει να περπατά γυμνός, με αποτέλεσμα να είναι περίγελος και κατάπτυστος από τους υπηκόους του.

Η δύναμη που έχει η σκηνή και τα χειροκροτήματα από τη πλατεία, μπορούν πολλές φορές, να μπερδέψουν τον σκοπό.

Η κουΐντα πρέπει να’ χει ιερή σιγή και σιωπή, πριν ξεχυθεί το ιερό τέρας να μεταφέρει τα αιώνια μηνύματα. Μια θορυβώδης κουΐντα αποδυναμώνει πάντα το ρόλο, και είναι άδικος κόπος. Χαλάει την ενέργεια.

Πριν μπει κανείς σε μια θεατρική σχολή, πριν μπει σε αυτή τη δίνη της ευρέσεως της ψυχής, πρέπει να σκεφτεί καλά το χρέος και το καθήκον που καλείται να υπηρετήσει.

Η θεατράνθρωπος Χρυσούλα Διαβάτη, είπε κάτι το πολύ σπουδαίο, που καλό είναι να το ενστερνιστούν οι νεότεροι. «Εμείς κάναμε θέατρο από ιδεολογία και όχι, για να γίνουμε διάσημοι.»

Γιατί το θέατρο τι είναι; Μια ιδέα που φεγγοβολάει μέσα στο σκοτάδι για να αναδείξει με τις αρετές του την αξία και τη σημασία που έχει η ψυχή μέσα μας.

Κι αν η ψυχή βρει τα κομμάτια της, ίσως τότε να γεννηθούν και τα πραγματικά ινδάλματα, τα άξια της κοινωνίας, για να επιφέρουν την ισορροπία, που  είπαμε αρχικά, και όχι τη δυσαρμονία που δεν ωφελεί κανέναν.

Η δάδα του Προμηθέα ανήκει στο κάθε νέο ηθοποιό, που ξέρει να ποιεί ήθος.

«Είναι το θέατρο, τόσο ζωτικής σημασίας;» ρωτούν πολλοί. «Ναι είναι! Έτσι απλά και απέριττα.»

Και σας το λέω αυτό, με αίσθημα πλήρους ευθύνης, από τη θέση μου ως ιατρός.

Ότι αυτό που δεν μπορώ να γιατρέψω ως επιστήμονας, έρχεται το θέατρο για να το αναπληρώσει και να το θεραπεύσει.

«Γέλα παλιάτσο. Πάντα να γελάς. Γιατί…μέσα από το γέλιο, τους ρόλους, και τις μπογιές του θριάμβου σου, αυτό είναι που θέλει, και αυτό είναι που επιζητεί, το φιλοθεάμον κοινό. Το χαμόγελο!

Ένα χαμόγελο πολλές φορές, «μεγάλη υπόθεση» είπε η εθνική μας Αλίκη, είναι το πιο δυνατό φάρμακο στην αρρώστια και στη θλίψη.

Και ο παλιάτσος ο κάθε παλιάτσος, το ξέρει αυτό πολύ καλά, κάθε φορά που ανοίγουν τα φώτα της ράμπας, και πέφτουν οι προβολείς πάνω του, για να το χαρίσει απλόχερα, άσχετα αν μέσα του πονάει και υποφέρει, πεινάει ή κρυώνει, και δεν το φανερώνει, από αξιοπρέπεια.»

Υ.Γ. Το παρόν άρθρο αφιερώνεται στις βασανισμένες εκείνες ψυχές, που αναζητούν και δεν βρίσκουν. Που αγωνιούν και εργάζονται και δεν δικαιώνονται. Στους απανταχού εργάτες της τέχνης! Γιατί ο ηθοποιός, είναι ο μόνος που  μπορεί να πεθαίνει πληρωμένος, ξέροντας πως ζει μονάχα για τους άλλους. Τίποτα για κείνον! Και μόνο γι΄αυτό  το λόγο, αξίζει να τους υμνούμε και να τους συμπαραστεκόμαστε. Ειδικότερα τώρα που το έχουν ανάγκη, περισσότερο από ποτέ.

Παναγιώτης Μπάρλας

Γενικός Οικογενειακός ιατρός