Σε μια περίοδο όπου από όλες τις πλευρές (Δήμος, Βουλευτές κλπ), γίνονται ενέργειες για την στελέχωση του Κέντρου Υγείας Μεγάρων ώστε αυτό να λειτουργήσει απρόσκοπτα, τελειωμό δε φαίνεται να έχουν τα επεισόδια εις βάρος ιατρικού, νοσηλευτικού και παραϊατρικού προσωπικού.

Ενώ υπήρξε ένα μικρό χρονικό διάστημα «εκεχειρίας» από πλευράς Ρομά, η κατάσταση και με την ισχύ πιο αυστηρών μέτρων λόγω κορονοϊού, ξεκίνησε και πάλι να ξεφεύγει, αφού σχεδόν σε καθημερινή βάση πλέον οι εργαζόμενοι πέφτουν θύματα άσκησης λεκτικής (με απειλές κατά της ζωής), κατά κύριο λόγο αλλά και σωματικής βίας.

Αποκορύφωμα της προβληματικής κατάστασης, της οποίας βιώνουν τα στελέχη του Κέντρου που παρέχει την  πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας της περιοχής μας, ήταν το τελευταίο περιστατικό, που σημειώθηκε το βράδυ της Δευτέρας 23 Νοεμβρίου 2020. Περιστατικό που έγινε γνωστό μέσω ανάρτησης σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης και επιβεβαιώθηκε από μαρτυρίες ασθενών, οι οποίοι κατήγγειλαν στην ΑΙΧΜΗ και στο www.aixminews.gr , πως πηγαίνοντας, τη συγκεκριμένη ημέρα στο Κέντρο Υγείας για έναν στομαχικό πόνο, αναγκάστηκαν και έφυγαν για το εφημερεύον νοσοκομείο, όταν διαπίστωσαν, πως υπήρχαν στον προαύλιο χώρο αρκετοί Ρομά με απειλητικές διαθέσεις προς όλους.

Σύμφωνα με απόλυτα ελεγχόμενες δημοσιογραφικές πληροφορίες, στις 23:30 περίπου της Δευτέρας, εμφανίστηκε στο Κέντρο Υγείας Μεγάρων μια οικογένεια Ρομά, όπου μετέφερε στα χέρια της έναν νεαρό Ρομά, ο οποίος βρισκόταν σε κατάσταση μέθης.

Με έντονο τόνο οι Ρομά απαίτησαν από το ιατρικό προσωπικό, να καλέσει ασθενοφόρο για μεταφορά του  μεθυσμένου νεαρού στο εφημερεύον νοσοκομείο ώστε να του γίνουν σωστά όλες οι απαραίτητες ενέργειες, για να συνέλθει.

Ένας από τους γιατρούς, έχοντας γνώση της  κατάστασης, που επικρατεί στα επιβεβαρυμμένα νοσοκομεία της χώρας λόγω κορονοϊού, το αρνήθηκε, διότι θεώρησε, πως δεν χρειαζόταν για ένα τόσο ασήμαντο περιστατικό, να καλέσει ασθενοφόρο και θέλησε να του προσφέρει εντός του Κέντρου Υγείας τις πρώτες βοήθειες. Όμως η οικογένεια εξαγριώθηκε και εξαπολύοντας βωμολοχίες και απειλές κατά πάντων έφυγε από το Κέντρο Υγείας με τον ασθενή.

Μετά από ένα τέταρτο περίπου, σύμφωνα πάντα με τους αυτόπτες μάρτυρες, κατέφθασε μια ομάδα 20 με 30 ατόμων, χωρίς να τηρεί κανένα μέτρο προστασίας κατά του κορονοϊού (χωρίς μάσκες και τήρηση αποστάσεων), φέρνοντας υποβασταζόμενο, έναν άλλο μεθυσμένο Ρομά με πολλά και σοβαρά τραύματα στο χέρι.

Ενώ άρχισαν οι γιατροί, να του παράσχουν τις πρώτες βοήθειες, αιφνιδιαστικά επιχειρήθηκε, να εισέλθουν σχεδόν όλοι μέσα στο χώρο των επειγόντων περιστατικών. Τότε το προσωπικό κλείδωσε την πόρτα με αποτέλεσμα, να αρχίσουν όλοι μαζί, να σπρώχνουν την κεντρική πόρτα σπάζοντας το τζάμι (όπως φαίνεται στην φωτογραφία) και εξαπολύοντας συγχρόνως ύβρεις και απειλές κατά του προσωπικού.

Το προσωπικό κάλεσε την Άμεση Δράση, όπου κατέφθασε ένα περιπολικό και μία μηχανή, με τους εφτά (7) περίπου αστυνομικούς, οι οποίοι σύμφωνα με τις μαρτυρίες δεν  μπορούσαν να  κάνουν καλά τους Ρομά.

Ύστερα από τις υπεράνθρωπες προσπάθειες των γιατρών σχετικά με το τραύμα στο χέρι του Ρομά, αποφασίστηκε, πως ήταν αναγκαία η διακομιδή του στο εφημερεύον νοσοκομείο και τον τοποθέτησαν στη βραχεία νοσηλεία έως ότου φτάσει ασθενοφόρο. Όμως  ο Ρομά τράβηξε τους ορούς, γεμίζοντας το χώρο παντού αίματα και έφυγε «λάθρα» από το χώρο χωρίς τη συγκατάθεση των γιατρών.

Στο τέλος του περιστατικού εντύπωση προκάλεσε το γεγονός, πως κάποιοι από τους Ρομά ισχυρίστηκαν, (σύμφωνα πάντα με τις μαρτυρίες), πως δεν έχουν αυτοκίνητο, για να γυρίσουν σπίτι απαιτώντας από το πλήρωμα του περιπολικού της Αστυνομίας  για να τους… μεταφέρει.

Εν κατακλείδι, για μια ακόμη φορά και με αφορμή όλα όσα περιγράψαμε, διαπιστώνεται, οι συνθήκες που επικρατούν στο Κέντρο Υγείας Μεγάρων, προκαλούν όχι μόνο προβληματισμό στους διοικούντες της τοπικής αυτοδιοίκησης αλλά και ανησυχία, αφού οι εργαζόμενοι φοβούνται για την ίδια τους τη ζωή διότι καθημερινά πέφτουν θύματα λεκτικής βίας διαφόρων ασθενών Ρομά και των συνοδών τους.