Την περίμενα την αντίδραση. Από τα μικρά μου χρόνια είχα μάθει ότι κάθε δράση έχει την αντίδραση. Μετά τη δημοσίευση του άρθρου μου με τίτλο «ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΚΑΙ ΨΕΜΑ», φυσικό ήταν να εκδηλωθεί  αντίδραση από τους διαφωνούντες με τους ισχυρισμούς μου, όχι όμως με την ένταση, το μίσος θα έλεγα, που εκδηλώθηκε τηλεφωνικά και ανώνυμα από αντιδρώντα αναγνώστη  αυτού του άρθρου. «Εσύ ρε δεν είσαι δεξιός ;  Μας κάνεις τον ανεξάρτητο και βγάζεις την άφρα κατά του Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ και  καμία κουβέντα για τον δεξιό Κούλη,  τον υπηρέτη των μεγάλων επιχειρήσεων και των ξένων συμφερόντων».

Δεν θα χαραμίσω βέβαια ένα άρθρο για να απαντήσω στον αντιδρώντα και θεωρών εαυτόν αριστερό και δημοκράτη, αναλύοντας τα περί δεξιάς και αριστεράς, αντικρούοντας τους παραπάνω βλακώδεις και ιδεοληπτικούς ισχυρισμούς του και πως είναι δυνατόν ο Τσίπρας, που συνεργάστηκε με τον Καμμένο να είναι αριστερός και ο Μητσοτάκης, που στελέχωσε την κυβέρνησή του με αριστερούς, να είναι δεξιός, αλλά, να είναι καλά που μου έδωσε αφορμή για το παρόν άρθρο. Να κάνω δηλαδή  κουβέντα για τον Κούλη.

Θυμήθηκα και ανέτρεξα σε άρθρο που έγραψα και δημοσιεύθηκε στον τοπικό Τύπο μία εβδομάδα πριν των εκλογών του Ιουλίου 2019, με τίτλο «ΤΑΜΠΕΛΕΣ ΚΑΙ ΕΛΠΙΔΕΣ».

Στο άρθρο αυτό, αφού αναφερόμουν στο ιστορικό των όρων «αριστερά» και  «δεξιά», υποστήριζα ότι σήμερα δεν είναι ξεκάθαρο τι είναι αριστερό ή δεξιό και  ότι οι θέσεις αλλάζουν ανάλογα με τον συνομιλητή. Κάτι το οποίο είναι αριστερό για τον ένα μπορεί να είναι δεξιό για τον άλλο, η συζήτηση συνεχίζεται όμως κανονικά. Λέμε ότι αυτή δεν είναι αριστερή πολιτική ή αυτός είναι ακροδεξιός κλπ. Δεν υπάρχει όμως ξεκάθαρη κοινά αποδεκτή θέση για το τι είναι αριστερό και τι δεξιό. Δύσκολα αλλάζουμε τις πολιτικές τοποθετήσεις μας αλλά εύκολα αλλάζουμε τις θέσεις μας. Σαν παράδειγμα ανέφερα ότι : τίποτα αριστερότερο του ΠΑΣΟΚ ή της ΝΔ δεν είχε κάνει μέχρι τότε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ που χαρακτηριζόταν ως αριστερή και σαν συμπέρασμα έγραφα ότι : ο αριστερός ή δεξιός είναι μάλλον μια προκατάληψη παρά ιδεολογική θέση.

Όσον δε αφορά την πολιτική τοποθέτησή μου σε σχέση με τους όρους «αριστερός» ή «δεξιός», διευκρίνιζα ότι, είμαι ελεύθερος. Ψηφίζω αυτό που θεωρώ σωστό στην κάθε συγκυρία.

Δεν είμαι δέσμιος των οικογενειακών παραδόσεων ή της νεανικής μου  προϊστορίας.

Η ψήφος μου δεν είναι προϊόν ιδεολογικού καταναγκασμού. Ή καλύτερα ιδεολογικού καθωσπρεπισμού.

Κάθε φορά επιλέγω ελεύθερα αυτό που θεωρώ το πιο σωστό, το πιο συμφέρον, εκείνη τη στιγμή, για μένα και για την Ελλάδα.

Και επειδή σε μία εβδομάδα θα διεξάγονταν οι εκλογές δήλωνα ότι είχα επιλέξει να ψηφίσω το κόμμα της Ν.Δ.  για τρεις  λόγους:

1) Για να αποχωρήσει από την εξουσία το τσούρμο του Αλέξη Τσίπρα και εξηγούσα τους λόγους, που δεν θα τους επαναλάβω εδώ γιατί τώρα δεν έχει σημασία και αφού στο παρόν άρθρο θα κάνω κουβέντα μόνο για τον Μητσοτάκη (Κούλη).

2) Γιατί ήλπιζα ότι ο Μητσοτάκης :  α) Λέει όλη την αλήθεια και  υπόσχεται μόνο όσα μπορεί να κάνει,  β) δεν  θα στηριχθεί σε παλαιοκομματικά και αποτυχημένα στελέχη και θα φτιάξει μια κυβέρνηση με νέους, άφθαρτους, τεχνοκράτες και υπεύθυνους και ρηξικέλευθους συνεργάτες,  γ) θα βρει το πολιτικό θάρρος να πραγματοποιήσει αληθινές μεταρρυθμίσεις, υπερβαίνοντας ταμπού, αγκυλώσεις, προκαταλήψεις και ιδεοληψίες,  γιατί μόνο έτσι θα πάρει  μπρος η οικονομία, δ) θα επενδύσει στην παιδεία, με όλες τις έστω και επώδυνες για κάποιους βολεμένους… αλλαγές,  ε) δεν θα ακολουθήσει την πεπατημένη για να καταντήσει κι αυτός ένα είδος αναλώσιμου υλικού όπως οι προκάτοχοι του. Δεν θα προσφύγει σε εσωκομματικούς συμβιβασμούς και καταραμένες ισορροπίες και 

3) Γιατί ήλπιζα ότι οι ελπίδες μου δεν βγουν φρούδες…

Έγιναν οι εκλογές, η Ν.Δ. πλειοψήφησε και  σχημάτισε αυτοδύναμη κυβέρνηση, με πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος έχει το προνόμιο και την ευθύνη της στελέχωσης αυτής.

Έτσι, ανέθεσε τα υπουργεία κυρίως σε πολιτικά πρόσωπα της παράταξής του και τα ενίσχυσε με πρόσωπα προερχόμενα από τον χώρο του Κέντρου/Κεντροαριστεράς, αλλά και της αριστεράς, τα οποία όμως διαθέτουν γνώση και εμπειρία στις θέσεις που έλαβαν (Χρυσοχοΐδης, Μενδώνη, Θεοδωρικάκος), και στήριξε όλους αυτούς με τεχνοκράτες υφυπουργούς, ποτισμένους με το πνεύμα του ιδιωτικού τομέα, που  γνωρίζουν το αντικείμενό τους για να προωθήσουν λύσεις με ταχύτητα.

Πέραν της στελέχωσης της κυβέρνησης, ο Μητσοτάκης στελέχωσε όλες τις επιτροπές και υπηρεσίες του Κράτους με καταξιωμένους ειδικούς. Έτσι, επανασύνδεσε τους ειδικούς με την κοινωνική πλειοψηφία και αντιμετωπίζονται τα πολύ δύσκολα προβλήματα του μεταναστευτικού  και της πανδημίας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Ο Κυρ. Μητσοτάκης, από τότε που εξελέγη αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας, έχει δείξει, ότι πιστεύει στην ανάγκη της Ελλάδας να αλλάξει πορεία, αρκεί να γίνονται οι σωστές κινήσεις με αποφασιστικότητα, συνέπεια και συνέχεια.

Ο στελεχικός εκλεκτικισμός του Μητσοτάκη έδειξε ότι η διακυβέρνησή του είναι ελεύθερη δογματικών περιχαρακώσεων και αυτό είναι το στοιχείο της πολιτικής του ταυτότητας. Τούτο προκύπτει κυρίως από την ετοιμότητά του να υπερβεί δύο πολύ ισχυρές κρίσεις και από έναν πραγματισμό που δεν σπαταλά χρόνο για να αναζητήσει καθαρά ιδεολογικά χρώματα.

Στην κρίση του μεταναστευτικού που ξέσπασε στα ελληνοτουρκικά σύνορα κάτι που κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει, η πίεση που ασκήθηκε από την Άγκυρα ανάγκασε την Κυβέρνηση σε άμεσες αντιδράσεις και σε μία πρωτοφανή δοκιμασία των αντανακλαστικών της σε συνθήκες σχεδόν πολεμικές. Έκλεισαν τα σύνορα, ο Έβρος όχι μόνο κράτησε, αλλά ο αιφνιδιασμός που πήγε να κάνει ο Ερντογάν του γύρισε μπούμερανγκ και μετατράπηκε σε προσωπική του ήττα.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα δηλώσει πως «η Ελλάδα δεν εκβιάζεται». Ο ευρωπαϊκός παράγοντας έχει σταθεί στο πλευρό της χώρας, αλλά στο εσωτερικό έχει συμβεί κάτι ακόμα πιο σημαντικό: έχει ανακτηθεί μεγάλο μέρος της χαμένης εθνικής αυτοπεποίθησης της περασμένης δεκαετίας.

Περίπου 15 μέρες μετά την κορύφωση του Έβρου, η Ελλάδα αναγκάζεται να βάλει λουκέτο στην οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα για να προστατεύσει την υγεία του πληθυσμού.

Στην κρίση του κορωνοϊού, ο Μητσοτάκης δείχνει να έχει πάρει το παιχνίδι ουσιαστικά επάνω του. Τη διαχειρίζεται με μια επιτελική ομάδα στενών συνεργατών και καταφέρνει, εμφανιζόμενος συχνά στην τηλεόραση, να δίνει την εντύπωση σιγουριάς, με την έννοια ότι ξέρει τι κάνει. Προσφέρει θαλπωρή, με την έννοια ότι φροντίζει για την υγεία του «πόπολου» και ταυτόχρονα το στηρίζει όσο μπορεί οικονομικά. Είναι ειλικρινής, γιατί δεν κρύβει τη σκληρή αλήθεια και, τέλος, αυστηρός, ως ηγέτης που δεν ανέχεται τις πολλές ανοησίες.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ενεργεί κατά τη φύση και τις πεποιθήσεις του, σε μια προσπάθεια να ολοκληρώσει ό,τι ανεπιτυχώς είχε επιχειρήσει ο πατέρας του.

Η τελευταία αναίμακτη πλην όμως άκρως συμβολική αναμέτρησή του με το «παλαιό κατεστημένο» της Ν.Δ. ήταν όταν απέρριψε την ιδέα να προτείνει την επανεκλογή του κ. Προκόπη Παυλόπουλου στο αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας, που θα υπερψηφιζόταν και από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Ο Κυρ. Μητσοτάκης κέρδισε αυτήν τη μάχη απογαλακτισμού της Ν.Δ. από ό,τι γενικώς και αορίστως καλείται «ελληνική παραδοσιακή Δεξιά».

Βέβαια στη Ν.Δ. υπάρχουν «παραδοσιακοί» βουλευτές και πολιτικά στελέχη που δεν βλέπουν με καλό μάτι την απόρριψη των δογματικών περιχαρακώσεων. Είμαι βέβαιος ότι θα κερδίσει και αυτή την εσωτερική διαμάχη.

Οι λόγοι της επιλογής μου να ψηφίσω τη Ν.Δ. και οι ελπίδες μου ότι ο Κυρ. Μητσοτάκης είναι ο ηγέτης που συνδυάζει  κοινό νου και ταλέντο  ανάδειξης των σωστών ανθρώπων στη σωστή θέση την κρίσιμη στιγμή, επαληθεύτηκαν .

ΑΝΔΡΕΑΣ  Γ. ΜΕΝΙΔΙΑΤΗΣ    επιτ. Δικηγόρος 27/5/2020 

ΥΓ : Για να ευχαριστήσω (!!) τον αντιδράσαντα (έστω και με αυτόν τον τρόπο) στο άρθρο μου,  για την «πάσα» που μου έδωσε για το παραπάνω άρθρο, θα τον συμβουλεύσω να μη διαβάζει τα άρθρα μου και συγχύζεται. Είναι εύκολο να τα προσπερνά αφού σε κάθε άρθρο μου βάζουν και τη φάτσα μου. Να επιλέγει αυτούς που γράφουν αυτά που τον ευχαριστούν. Και κάτι άλλο: Τον συμφέρει να μην κυβερνούν οι τεμπέληδες και αμόρφωτοι όμοιοί του, που τους ψηφίζει για να ικανοποιήσει το κόμπλεξ του και να φροντίσει να μορφώσει τα παιδιά του. Η μόρφωση δεν δίδεται στις οργανώσεις, τα κόμματα και καφενεία. Η Ελλάδα χρειάζεται τους προκομένους και μορφωμένους πολίτες για  «να  σηκωθούμε  λίγο ακόμη ψιλότερα», κατά τον στοίχο του Σεφέρη.

Ο ίδιος.