Ars, l’arte, kunst, art, τέχνη. Σε όποια γλώσσα κι αν τη γράψεις ίδια είναι η σημασία και το περιεχόμενο της τέχνης: Η ανώτερη μορφή αισθητικής σχέσης του ανθρώπου προς την πραγματικότητα. Προβάλλει σαν μια παγκόσμια, πανανθρώπινη μορφή δραστηριότητας με τεράστια σημασία για την κοινωνική εξέλιξη. Υπάρχει χιλιάδες χρόνια, στην πορεία των οποίων αλλάζει και εξελίσσεται. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα με το οποίο λέω να ασχοληθούμε αργότερα.

Γράφει η Αναστασία Αντωνίου Εικαστικός – Ζωγράφος

Η τέχνη χρειάζεται σε όλους. Μπορεί να συγκινήσει τόσο τον εργάτη όσο και το διανοούμενο. Τόσο το μαθητή όσο και το δάσκαλο. Τόσο τον επιστήμονα όσο και τον καλλιτέχνη. Είναι δύσκολο να βρεθεί άνθρωπος που – στον ένα ή τον άλλο βαθμό, να μην ένιωσε μέσα του την επίδραση της τέχνης έστω και σε μια από τις μορφές της, που να μη του έγινε επίμονη ανάγκη, που δεν προσπάθησε να μυηθεί σε τούτη ή την άλλη μορφή καλλιτεχνικής δημιουργίας είτε ως δημιουργός είτε ως συνεπής θεατής και οπαδός.

Τίποτα το ανθρώπινο δεν είναι για την τέχνη αδιάφορο. Κι όσο πιο πλούσια και πιο πολύμορφη είναι η ζωή, όσο πιο πλατιά τα κοινωνικά ενδιαφέροντα τόσο πιο πολύπλευρα και σταθερά μπορεί ν’ αναπτυχθεί και η τέχνη. Όπως στην Αναγέννηση για παράδειγμα.

Κι αν ισχύει μια φορά αυτό για τις άλλες τέχνες, ισχύει δέκα φορές για το θέατρο – λέω εγώ. Το θέατρο εμπεριέχει όλες τις τέχνες: Λογοτεχνία και ποίηση, ζωγραφική, αρχιτεκτονική και γλυπτική, μουσική, χορό, φωτογραφία, ακόμα και κινηματογράφο – με την ευρύτερη έννοια και λειτουργία του.

Η αφετηρία και η βάση του θεάτρου, όπως και κάθε μορφής τέχνης, είναι η ποίηση και η μαγεία. Αν λείψουν αυτά, δεν υπάρχει θέατρο. «Δε μπορεί να υπάρξει γνήσια έκφραση που να δημιουργεί θεατρική μαγεία αν δεν ερεθιστούν, αν δεν ηλεκτριστούν η ευαισθησία και οι αισθήσεις» τόσο, η θεατρική παράσταση δεν είναι μηχανικό ανακάτεμα από διάφορα είδη τέχνης αλλά ανεξάρτητο είδος τέχνης. (Κάρολος Κουν).

Ποίηση και μαγεία λοιπόν. Ευαισθησία και αισθήσεις.

Η ποιότητα ενός θεατρικού έργου είναι η ποιότητα των ιδεών του. Εν αρχή ήν ο λόγος φυσικά, το κείμενο του έργου.

Η υπεροχή του θεάτρου είναι πως καθρεφτίζει το δυναμισμό και την εξέλιξη στα γεγονότα και στους χαρακτήρες και δεν περιορίζεται στο να απεικονίσει ένα περιστατικό σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή όπως π.χ. στη ζωγραφική ή τη φωτογραφία.

Δεν είναι στατική τέχνη. Στη σκηνή δε βλέπουμε ζωγραφισμένους ανθρώπους αλλά ζωντανούς, δε βλέπουμε κάποια μόνο στιγμή αλλά σειρά από γεγονότα που εξελίσσονται.

Ο ηθοποιός είναι ταυτόχρονα δημιουργός και εκτελεστής. Παρατηρεί, ερευνά, ρωτάει, ψάχνει μέσα του, ψάχνει στη φαντασία του, ψάχνει στο κείμενο, ψάχνει γύρω του και δημιουργεί το ρόλο του για να μπορέσει στη συνέχεια να τον «εκτελέσει». Εν τέλει το υλικό που επεξεργάζεται ο ηθοποιός και πλάθει τις καλλιτεχνικές εικόνες του είναι αυτός ο ίδιος σαν άνθρωπος, σαν προσωπικότητα.

Κι εδώ είναι αυτή η ποιοτική διαφορά από τους άλλους καλλιτέχνες. Η σκηνική μορφή που δημιουργεί ο ηθοποιός υπάρχει μόνο χάρη σ’ αυτόν, προσωποποιείται μέσα σ’ αυτόν, βρίσκεται στη σκηνή χάρη σ’ αυτόν και η άμεση επικοινωνία του με τους θεατές – άλλους κάθε φορά, τον οδηγεί να την ανανεώνει ξανά και ξανά. Σε ποια άλλη τέχνη γίνεται αυτό;

Το θέατρο δεν είναι μια μοναχική δουλειά, όπως για παράδειγμα η συγγραφή. Δεν απομονώνεται ο καλλιτέχνης προκειμένου να δημιουργήσει. Είναι μια ομαδική προσπάθεια.

Ο ηθοποιός είναι σφιχτά δεμένος με τους συντρόφους – συνεργάτες του. Η δουλειά του ενός δένεται με τη δουλειά των άλλων. Υπάρχει μια συνεχής αλληλεπίδραση και αλληλεξάρτηση μεταξύ τους και με τους θεατές. Κι εδώ είναι που το θέατρο θυμίζει τη μουσική και τους μουσικούς. Ο θίασος είναι σαν την ορχήστρα. Η δύναμή του βρίσκεται στην ομαδικότητα, στο ταίριασμα των πολύμορφων καλλιτεχνικών μέσων.

Βέβαια, αυτό δε σημαίνει ότι ο ηθοποιός δεν υπάρχει και αυτόνομα ως καλλιτέχνης. Μπορεί να παίξει ένα σόλο όπως κι ένας μουσικός. Οι θίασοι μπορεί να έχουν πολλά ή λίγα άτομα. Ωστόσο όμως – ανεξάρτητα από το πόσοι συμμετέχουν σ’ ένα θεατρικό έργο, η επιτυχία του είναι πάντα αποτέλεσμα συλλογικής προσπάθειας.

Όταν παίζεται ένα θεατρικό έργο το θέαμα μας κατακτά. Η προσοχή μας συγκεντρώνεται μόνο σ’ αυτό γιατί την ίδια ώρα που οι καλλιτέχνες δημιουργούν εμείς βρισκόμαστε κοντά τους, βιώνουμε μια ανεπανάληπτη, ζωντανή, εξελισσόμενη αμφίδρομη σχέση.

Κι εκεί, στην παράσταση παίρνουν τη θέση τους και παίζουν το ρόλο τους οι άλλες τέχνες. Μήπως δεν είναι η ποίηση; και τότε τι είναι το ξεγύμνωμα της ψυχής μας;

Μήπως δεν είναι ο χορός; και τότε τι είναι οι ανάσες μας, οι παύσεις μας, οι κινήσεις μας; Μήπως δεν είναι η ζωγραφική, η αρχιτεκτονική και η φωτογραφία; και τότε τι είναι το σκηνικό, τα κοστούμια, τα φώτα, ο άλλος κόσμος που δημιουργείται στη σκηνή, το κλίμα της εποχής;

Μήπως τέλος, δεν είναι η μουσική; και τότε τι είναι τα λόγια μας, το κλάμα και το γέλιο μας, η ένταση και η ηρεμία μας, το crescendo και το adagio μας, το τραγούδι μας, οι νότες που γεμίζουν τη σκηνή, ο ηλεκτρισμός των αισθήσεών μας;

Όλες τους συμμετέχουν οργανικά στην τέχνη του θεάτρου, το ενισχύουν και το βοηθούν, υποτάσσονται στον τελικό σκοπό που είναι το φτιάξιμο μιας παράστασης.

Η δημιουργία του ονείρου, της άλλης «πραγματικότητας». Βρίσκονται στο θέατρο με μοναδική αποστολή να βοηθήσουν να αποκαλυφθεί η βασική ιδέα του έργου, να πάρει σάρκα και οστά το περιεχόμενό του, να δημιουργηθεί ένα ενιαίο καλλιτεχνικό  αποτέλεσμα .Έχουν γιορτή λοιπόν. Γίνεται θέατρο